ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΗΛΙΑ ΣΠ.ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ



ΚΕΙΜΕΝΟ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΚΙΑΘΑ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ – ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΣΠ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΜΕ ΤΙΤΛΟ: «Ο ΕΝ ΠΑΤΡΑΙΣ  ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ (1892)»
(Η παρουσιαση έγινε στα πλαίσια των Φιλολογικών Βραδινών της Εταιρειας Λογοτεχνών  στο αναγνωστήριο της Δημοτικής Βιβλιθήκης Πατρών τη Δευτέρα 12η Δεκμεβρίου 2016 )

«Ναῦς επήξατο τῆς Λοκρίδος ἔνθα νῦν ἀπ’ ἐκείνου ὁ τόπος Ναύπακτος λέγεται»
Πλοίο ναυπηγήθηκε απ’ εκείνον στη Λοκρίδα όπου τώρα ο τόπος ονομάζεται Ναύπακτος. Εκείνος, είναι ο Τήμενος ένας από τους τρεις γιους του Αριστόμαχου που ήταν αρχηγός των Ηρακλειδών.
Πράγματι, η νύφη του Κρισσαίου Κόλπου ήταν στην αρχαιότητα Λοκρικό Ναυπηγείο γεγονός που κληροδότησε στο μικρό ψαροχώρι το όνομα Ναύπακτος.
Ναύπακτος ή Έπαχτος για τους Έλληνες, Λεπάντο για τους Φράγκους, Ναμπάκτο για τους Άραβες, Αϊναμπαχτί που σημαίνει «Κάτοπτρον της Ευτυχίας» για τους Μουσουλμάνους.  «Μικρό Αλγέρι» κατά τον ενετό γεωγράφο  Marco Vincenzo Coronelli λόγω της σημαντικής παρουσίας των πειρατών στον κόλπο της.
Μια πόλη που η ίδρυσή της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ένας οικισμός που παρουσιάζει συνεχή ζωή και δραστηριότητα για πάνω από 40 αιώνες διατηρώντας την ονομασία του από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα.
Η μεγάλη στρατηγική σημασία της, η επίζηλη θέση της στον κλειστό ακόμα για τον αρχαίο κόσμο Κορινθιακό κόλπο ήταν φυσικό ν’ αναγκάσει πολλούς αρχαίους συγγραφείς να ασχοληθούν μαζί της. Ο Πλούταρχος, ο Απολλόδωρος, ο Αισχύλος, ο Στράβων, ο Κλαύδιος Πτολεμαίος, ο Παυσανίας, ο Ξενοφών, ο Δημοσθένης είναι μερικοί απ’ αυτούς. Ο μεγάλος Αθηναίος ιστορικός Θουκυδίδης εξιστορώντας τον Πελοποννησιακό πόλεμο αναφέρει στο έργο του 37 φορές τη Ναύπακτο. Για κάποιο διάστημα διέτριψε στη Ναύπακτο ο Ησίοδος ο οποίος θρυλείται ότι ενταφιάσθηκε σ’ αυτή.
Ο ιστορικός βίος της περιοχής σ’ όλη σχεδόν τη μακραίωνη διαδρομή της είναι ταραγμένος. Η γειτνίασή της με τα Μικρά Δαδρανέλια, όπως αποκαλούσαν τα φρούρια Ρίου – Αντιρρίου ήταν φυσικό να την φέρει στο κέντρο πολεμικών διενέξεων. Στα 1571 στον κόλπο του Λεπάντο αναχαιτίσθηκε δίπλα στις Εχινάδες νήσους, η απειλητική για την Ευρώπη τουρκική ναυτική δύναμη. Μια περιοχή που την σφιχταγκαλιάζουν ο Εύηνος και ο Μόρνος κατηφορίζοντας  από τα βόρεια ψηλά και απόκρημνα βουνά στον Κορινθιακό κόλπο. Η επαρχία Ναυπακτίας με έκταση 860 περίπου τετραγωνικών χιλιομέτρων μια από τις πέντε επαρχίες του νομού της Αιτωλοακαρνανίας κατέχοντας το νοτιανατολικό άκρο του, φαντάζει μοιρασμένη ανάμεσα στον ήμερο τόπο του Βενέτικου και δύσβατου των Κραβάρων. Το 92% περίπου της επιφάνειας είναι ορεινό και μόνο το υπόλοιπο 8% είναι πεδινό.
«Ὅτι βουνά και γκρεμῆλες, ὅτι ποτάμια και ρέματα εἶχε ὁ θεός, τά σώριασε σέ τοῦτο τό κομμάτι τῆς Ρούμελης» γράφει για τα Κράβαρα ο Δημήτρης Λουκόπουλος. Η ορεινότητα της περιοχής δημιούργησε πολλά προβλήματα στους κατοίκους της.
Η Ναυπακτία στο διάβα των αιώνων ταλανίστηκε από πολέμους, επικίνδυνες κυριαρχίες, κρίσεις, σεισμούς και επιδημίες. Όλα αυτά καθιστούσαν δεινή τη θέση των Ναυπακτίων και δημιουργούσαν ανασφάλεια στον πληθυσμό ο οποίος για να ασφαλιστεί πολλές φορές κατέφευγε σε συλλογικό ξενιτεμό. Σταδιακά επήλθε η πληθυσμιακή συρρίκνωση της επαρχίας που στις ορεινές περιοχές προσέλαβε επιδημική μορφή. Ο χωρικός της Ναυπακτίας εγκατέλειπε τη δύσκολη ζωή του χωριού αναζητώντας καλύτερους όρους διαβίωσης στις πλησιέστερες πόλεις, στην Πάτρα, στην Αθήνα και στο εξωτερικό.
Στα νεώτερα χρόνια, στα τέλη του 19ου αι. αρχές του εικοστού παρατηρήθηκε η πρώτη μεταναστευτική δίψα του Ναυπάκτιου για καλύτερη ζωή. Στην απέναντι μεριά από τη γενέθλια γη έστεκε η Αχαΐα με τη φημισμένη πρωτεύουσά της. Η πόλη του Πατρέα επιδείκνυε με καμάρι τα θεϊκά προικιά της στην γύρω περιοχή. Λίγωναν οι Ναυπάκτιοι από τον πλούτο της «τρανής γειτόνισσας». Το λιμάνι της, πύλη της Ελλάδας προς την Ευρώπη και το Νέο Κόσμο, αποτελούσε σημαντικό πυλώνα οικονομικής ανάπτυξης. Ο «λευκός χρυσός» της, η σταφίδα, αντανακλούσε στις πλαγιές της Κλόκοβας και της Βαράσοβας στέλνοντας καλέσματα στους Ναυπάκτιους. Αυτοί περνούσαν στην απέναντι πελοποννησιακή ακτή χρησιμοποιώντας το θαλάσσιο μονοπάτι που αναφέρεται στο Χρονικό του Μορέως:
«Εἰς τον Ἔπαχτον ἀπέσωσεν ἑτότες ὁ δεσπότης
Ἀπαί τό Δρέπανον περνᾷ και ἦλθεν εἰς τήν Πάτραν». Λίγες δεκάδες Ναυπάκτιοι στην αρχή της δεκαετίας του 1890, κυρίως από τα ορεινά χωριά της επαρχίας, εγκαθίστανται στην πόλη της Πάτρας. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς θα δουλέψουν αρχικά ως ανειδίκευτοι εργάτες ή και ως υπηρέτες σε διάφορους εμπόρους ή σε γνωστές πατρινές ευκατάστατες οικογένειες. Στην αρχή οι έποικοι θα προσπαθήσουν να αντιπαρέλθουν το περιφρονητικό «αυτός είναι Κραβαρίτης» που τους συνοδεύει ύστερα από τα γραφόμενα του Ανδρέα Καρκαβίτσα.
Δεν θα αργήσουν να προσαρμοστούν στη νέα τους «πατρίδα», να καταπιαστούν με το εμπόριο και να στήσουν δικές τους δουλειές, να καζαντίσουν.
Ναυπακτιακής καταγωγής στρατιωτικοί την ίδια χρονική στιγμή υπηρετούν σε μονάδες των Πατρών.
Η Ναυπακτιακή παροικία στην Πάτρα όλο και μεγαλώνει. Η σκέψη για την ίδρυση πατριδοτοπικού συλλόγου ωριμάζει. Στις 30 Αυγούστου του 1892 ιδρύεται ο «Σύνδεσμος των εν Πάτραις Ναυπακτίων», ο τρίτος από πλευράς αρχαιότητας στους πατριδοτοπικούς συλλόγους των Πατρών. Έχουν προηγηθεί οι Καλαβρυτινοί το 1873 και οι Κρητικοί το 1884. Οι πενήντα τρεις Ναυπάκτιοι που έμεναν τότε στην Πάτρα υποβάλλουν στο πρωτοδικείο την αίτηση και το αποτελούμενο από 37 άρθρα καταστατικό του υπό ίδρυση συνδέσμου. Στις 23 Ιανουαρίου 1893 ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ και ο Υπουργός Εσωτερικών Γ. Ν. Θεοτόκης ενέκριναν το καταστατικό του και έτσι άρχισε το υπεραιωνόβιο ταξίδι της ζωής του ο Ναυπακτιακός Σύνδεσμος Πατρών.
Αποτέλεσε την ανθρώπινη γέφυρα ανάμεσα στα δύο Καστέλια του Ρίου-Αντιρρίου. Έγινε ο διαχρονικός συνδετικός κρίκος των εν Πάτραις Ναυπακτίων με τη γενέθλια γη. Με την παράδοση, την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα της αγαπημένης γενέτειρας. Αέναος «τηλέγραφος» για όλους τους Ναυπάκτιους που άφησαν τα χωριά τους για το Πατρινό όνειρο και ζούσαν με τη νοσταλγία των δικών τους ανθρώπων, την επιθυμία όταν οικονομηθούν να βοηθήσουν τα γονικά τους και την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Ο Σύνδεσμος δυνάμωσε αρκετά στον εικοστό αιώνα, απέκτησε εκατοντάδες μέλη και σημαντικά περιουσιακά στοιχεία όπως γραφείο (από το Μάιο του 2000), ναό και εφημερίδα. Από το 1925 στη θέση «Ανθεια» σημερινά Ζαρουχλέικα, οι Ναυπάκτιοι της Πάτρας είχαν πλέον το δικό τους λατρευτικό χώρο τον ιδιόκτητο ναό του Αγίου Χαραλάμπου, δωρεά της οικογένειας Χαραλαμπόπουλου.
«Εἰς Πάτρας ἐξετυποῦντο Ναυπακτιακαί ἑβδομαδιαίαι ἐφημερίδαι ὅπως ἡ “Ναυπακτία” 1905-1910» αναφέρει ο Κώστας Τριανταφύλλου στο Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών. Τον Ιούνιο του 1997 κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Ναυπακτιακή Φωνή». Μπήκε σε νέα φάση κυκλοφορίας από τον Ιούλιο του 2001 με το φύλλο με αριθμό 18.
Μοναδικό το έργο του Ναυπακτιακού Συνδέσμου ο οποίος επέζησε μέσα από δύσκολα πολεμικά εθνικά χρόνια.
«Προσφέρετε αλήθεια… αλογάριαστα πολλά,
σε χρόνια δύσκολα… αβέβαια πολλά,
Όλα τ’ αναδεικνύετε της Ναυπακτιακής γης,
με σπουδή, έφεση κι αγάπη…»
γράφει εύστοχα ο Γεώργιος Σιμιτζής.
Λόγια αληθινά.
Οι Ναυπάκτιοι της Πάτρας μεγαλούργησαν στη δεύτερη πατρίδα τους. Το ταξίδι ζωής σ’ αυτή αντάξιο της καστρόπολης της Ρούμελης, του σμαραγδιού του Κορινθιακού. Αντάξιο της γενέτειρας του Βλαχογιάννη, του Μελά, του Αθάνα, του Ροντήρη, του Σταμ-Σταμ και τόσων άλλων σημαντικών του Ελληνισμού.
Ένα ταξίδι ζωής που και το πιο σύγχρονο πλοίο φαντάζει ανήμπορο να το ολοκληρώσει. Το πιο σβέλτο άλογο ποτέ δεν πρόκειται να το φθάσει. Είναι αλήθεια ότι εκτός των άλλων και το βιβλίο μπορεί να ταξιδέψει τον άνθρωπο στα μακρινά…
«Τέτοιο ταξίδι ανέξοδο… τόσο λιτό,
Κι όμως παντού το νου μας μεταφέρει…»
Αγαπητοί φίλες και φίλοι
Εγώ, Ρουμελιώτης γαρ, αλλά μη Ναυπάκτιος επέλεξα να ταξιδέψω με το βιβλίο του Ηλία του Δημητρόπουλου. «Ο εν Πάτραις Ναυπακτιακός Σύνδεσμος» στις άγνωστες πτυχές της παρουσίας των Ναυπακτίων στη φιλόξενη Πάτρα.
Ο συγγραφέας γεννημένος στο Κουκιόκαστρο κατά τον Pouqueville- σημερινό Νιόκαστρο- τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1940 μπολιάζεται από μικρός με τα ιδεώδη της πατρογονικής γης. Από πολύ νωρίς έχει μάθει να ξεχωρίζει το πατριωτικό από το αντεθνικό, το γνήσιο από το μη αυθεντικό, το ιερό από το ανίερο.
Τα λόγια του μεγάλου έλληνα διανοητή Νίκου Καζαντζάκη γίνονται κτήμα του:
«Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους…»
Μετά από την ευδόκιμη υπηρεσία του στην Πολεμική Αεροπορία και την αποστρατεία του, το 1998, στράφηκε στον κοινωνικό και πνευματικό χώρο της Ναυπάκτου. Ασχολήθηκε με την ιστορική έρευνα της ευρύτερης περιοχής.
Δημοσίευσε πολλά δοκίμια και άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά. Διακατέχεται από τη φλογερή επιθυμία να βοηθήσει τη γενέθλια γη και το Δεκέμβριο του 1999 εντάσσεται στο Ναυπακτιακό Σύνδεσμο. Στο χαραμέρι του 21ου αιώνα, τον Ιανουάριο του 2001 αναλαμβάνει τα καθήκοντα του Γραμματέα του Συνδέσμου και παράλληλα τη διεύθυνση της εφημερίδας του συλλόγου τη «Ναυπακτιακή Φωνή». Στις αρχαιρεσίες του Μαρτίου του 2007 εκλέχθηκε ο 12ος Πρόεδρος του Ναυπακτιακού Συνδέσμου. Η προεδρική του βούληση είναι διαρκώς στραμμένη προς τις εικόνες της γενέθλιας γης.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο Σύνδεσμος δεν εκπροσωπεί ένα χωριό ή μία πόλη μεμονωμένα, αλλά αντιπροσωπεύει ολόκληρη τη Ναυπακτία.
Η προσπάθειά του δικαιώνεται. Με ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου αναλαμβάνει το έργο της συγγραφής βιβλίου για τη Ναυπακτιακή παροικία στην Πάτρα.
Ο Ηλίας Δημητρόπουλος ενισχύοντας την πένα του με τη δεκαπεντάχρονη εμπειρία του στα διάφορα διοικητικά πόστα του Συνδέσμου περατώνει το συγγραφικό του έργο «Ο εν Πάτραις Ναυπακτιακός Σύνδεσμος». Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τις 319 σελίδες του βιβλίου του σαν ιστορικό καμβά που αναδεικνύει πρόσωπα και καταστάσεις τους Έθνους, της Πάτρας και της Ναυπακτίας. Το βιβλίο διαιρείται σε τρία βασικά μέρη. Τα δύο πρώτα, αν και έχουν παρόμοια θεματολογία, διαφέρουν ως προς την προσέγγισή της.
Πιο συγκεκριμένα το Α΄ μέρος είναι και το μεγαλύτερο έχει έκταση 156 σελίδες, σχεδόν τις μισές του βιβλίου. Αποτελείται από 13 κεφάλαια και καλύπτει την πρώτη περίοδο του Συνδέσμου 1892-1949. Η άδηλη απώλεια του αρχείου του Συνδέσμου για τη συγκεκριμένη περίοδο και η απουσία ζωντανών αφηγήσεων και μαρτυριών από τα ιδρυτικά μέλη της πρώτης γενιάς δυσκόλεψε το συγγραφικό έργο.
Σημαντικότερες ιστορικές πηγές για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αποτέλεσαν ο πατρινός τύπος της εποχής και οι οδηγοί των Πατρών του 1910 και 1930.
Το Β΄ μέρος του βιβλίου έκτασης 92 σελίδων καλύπτει την περίοδο από 1949 μέχρι σήμερα και αποτελείται από 9 κεφάλαια. Βασικές πηγές για τη συγγραφή του αποτέλεσε το αρχείο του Συνδέσμου. Και στα δύο μέρη ο Ηλίας Δημητρόπουλος παραθέτει τα βιογραφικά στοιχεία των δώδεκα μέχρι σήμερα προέδρων του σωματείου παραθέτοντας ταυτόχρονα και τις εκάστοτε συνθέσεις των Διοικητικών Συμβουλίων. Το 9ο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους αναφέρεται ολοκληρωτικά στην έκδοση της «Ναυπακτιακής Φωνής».
Στο τρίτο μέρος που καταλαμβάνει και τη μικρότερη έκταση –αποτελείται μόνο από 3 κεφάλαια- δεσπόζει το 2ο κεφάλαιο που αναφέρεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Χαραλάμπους.
Η έκδοση συμπληρώνεται με φωτογραφικές μνήμες από τη ζωή του συνδέσμου και απόσπασμα του «Οδηγού των εν Πάτραις Ναπακτίων» που εκδόθηκε το 1953. Από το μοναδικό ίσως διασωθέν αντίτυπο του Οδηγού παρατίθενται τα 350 ονόματα των Ναυπακτίων με τα πλήρη στοιχεία τους (διευθύνσεις, επάγγελμα, τόπος καταγωγής κ.λπ.) που συνθέτουν τη Ναυπακτιακή κοινότητα στην Πάτρα στα μέσα του 20ου αιώνα. Ειδικότερα ο συγγραφέας ομορφαίνει και ενισχύει την ιστοριογραφία του για το Σύνδεσμο με 56 φωτογραφικές απεικονίσεις προσώπων και εκδηλώσεων του Συνδέσμου καθώς και με την παράθεση 100 εγγράφων, αποσπασμάτων εφημερίδων, διαφημιστικών καταχωρίσεων και άλλων ιστορικών τεκμηρίων που αφορούν τους Ναυπάκτιους της Πάτρας.
Ο Ηλίας Δημητρόπουλος στις σελίδες του βιβλίου του μιλάει για ζωντανά πράγματα με ζωντανή γλώσσα. Στα κείμενά του, καμία όψη της αλήθειας δεν θυσιάζεται στην άλλη. Οι στοχασμοί του λαμπεροί αποτυπώνουν καθάρια την πραγματικότητα. Όσες φορές τοποθετείται με τα γραφόμενά του για τα δρώμενα του Συνδέσμου ο λόγος του είναι σοβαρός και σεμνός, πυκνός και λιτός.
Όπως ο ίδιος αναφέρει, μια εσωτερική παρόρμηση τον ωθούσε για τούτο το ιστόρημα με στόχο να αναδειχθούν οι πρωτοπόροι Επαχτίτες που πέρασαν το «αυλάκι» με κατεύθυνση την Πάτρα. Για να μη μείνουν αδικαίωτοι όλοι αυτοί.
Μονάχη έγνοια του η γενέτειρα. Μοναδική αγωνία του οι νέες γενιές των Ναυπάκτιων στην Πάτρα, απόγονοι των παλαιών, να μη χαλαρώσουν τους δεσμούς με τις πατρίδες τους.
Οι νέοι Ναυπάκτιοι που εγκαθίστανται στην Αχαϊκή πρωτεύουσα να μη διακατέχονται από την αίσθηση του ξενιτεμένου.
Αγαπητέ πρόεδρε να σαι σίγουρος ότι η δική σου «Βίβλος» θα αποτελεί παντοτινό συνδετικό κρίκο με τη γενέθλια γη και τους εν Πάτραις συμπατριώτες σου.
Γιατί, δεν ζει χωρίς πατρίδα η ανθρώπινη ψυχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου