ΈΞΥΠΝΟΣ ΔΟΛΟΠΛΟΚΟΣ Η ΑΝΟΗΤΟΣ ΜΗΧΑΝΟΡΑΦΟΣ; ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΟΝΤΟΛΕΤΑ


"ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ" ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΚΩΣΤΑΚΗ



                       ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

                                                           Αλεξάνδρας Κωστάκη*
(Βραβείο
Πανελλήνιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος
της  Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού)
                                                                               


            Τη στιγμή που το λεωφορείο έπαιρνε επιδέξια την τελευταία στροφή για το χώρο αποβίβασης του ΚΤΕΛ, έριξα μια ματιά στην τσάντα δίπλα μου. Χαμένη σε λαβύρινθο σκέψεων ανασηκώθηκα στο κάθισμά μου για να ξεμουδιάσω λιγάκι, ζητώντας συγνώμη από τον αμίλητο δίπλα μου άνδρα, που  φάνηκε να ενοχλείται. Σ’ όλη τη διαδρομή έγερνε σχεδόν ολόκληρος πάνω στο τζάμι, σαν  να ’θελε να απολαύσει   το καλοκαιρινό τοπίο.  Σήκωσα γρήγορα από κάτω τη φωτογραφία ενός ξανθού κοριτσιού, που μάλλον του είχε πέσει, και του την έδωσα χωρίς διάθεση για κουβέντα. Ένα τυπικό ευχαριστώ δεν θα πρόσθετε κάτι στη ζωή μου. Ήταν ήδη αρκετά περίπλοκη και η φυγή μου μπέρδευε ακόμη περισσότερο τα πράγματα.  Δεν είχα ιδέα τι με περίμενε. Μου το θύμιζε  ένας  κόμπος στο στομάχι και μια πικρή γεύση στο στόμα από  ανάκατα  συναισθήματα.   Οι πόρτες του λεωφορείου άνοιξαν και η βροντερή  φωνή του οδηγού « φτάσαμε, μπορείτε να κατεβείτε!» με προσγείωσε ακόμη πιο πολύ στην πραγματικότητα.  Ποια πραγματικότητα ακριβώς;  Όλα ήταν χυλός στο κεφάλι μου  κι ένιωθα ανίκανη να τα διαχειριστώ προς το παρόν. Έψαξα με  σπουδή τα  γυαλιά μου στο περιεχόμενο της τσάντας. Τα φόρεσα, αν και ο απογευματινός ήλιος δεν έκαιγε. Για κάθε ενδεχόμενο είχα πρόχειρα  και τα χαρτομάντιλα στο μπροστινό τσεπάκι. Ο διπλανός μου με προσπέρασε βιαστικός και οι κινήσεις   του πρόδιδαν ένταση. Μετακινήθηκα στο πλάι κάνοντάς του χώρο να βγει. Η μητέρα μου πετάχτηκε από το κάθισμά της δίπλα στα εκδοτήρια, όταν με είδε να κατεβαίνω χωρίς βιασύνη. Η ματιά της με τύλιγε ανήσυχη, όσο περίμενε  να βγάλω τις  βαλίτσες μου από το χώρο αποσκευών, με τις οποίες μετέφερα τα μόνα πράγματα που θέλησα να κρατήσω μετά το διαζύγιο. Τα υπόλοιπα, τα είχα μοιράσει σε  φίλες. Η θύμηση της Λίας, της κολλητής μου από τον εκδοτικό οίκο που δούλευα, ήρθε να με γαληνέψει. Ήταν η μόνη που με στήριξε  και τώρα μου έλειπε πολύ.  Χωρίς άλλες αναβολές βρέθηκα απέναντι από τη μητέρα μου και  ρίχτηκα στην αγκαλιά της. Τα λόγια της ακατάληπτα, πνιγμένα ανάμεσα σε φιλιά και στην φιλότιμη προσπάθειά της να μείνει ασυγκίνητη. Σφίχτηκα πάνω της.  Δάκρυα έπνιξαν  τα μάτια μου μέσα από τα σκούρα γυαλιά…

            Το πατρικό μου  δεν είχε αλλάξει πολύ τα χρόνια που έλειπα.  Μεταφέρθηκα απότομα στη ζωή του τότε, λες κι ο χρόνος είχε κάνει ξαφνικό άλμα προς τα πίσω. Το ίδιο γρήγορα επανήλθα. Δεν είχε νόημα. Δεν ήμουν η ίδια.  Με είχε αλλάξει  η ζωή στην πρωτεύουσα. Παλιά ερχόμουν  αραιά και πού, μα σαν  γνώρισα το Θέμη και παντρευτήκαμε δεν υπήρχε χρόνος. Η φροντίδα του σπιτιού, η υπεύθυνη δουλειά της επιμελήτριας στον εκδοτικό, οι ώρες που χάνονταν άσκοπα στο πήγαινε- έλα λόγω της  κίνησης, γέμιζαν τις μέρες. Κάποιες κοινές  έξοδοι, συχνές στην αρχή, στη νυχτερινή ζωή της πόλης, με τον καιρό μειώθηκαν, ώσπου κόπηκαν κι αυτές. Ο Θέμης άρχισε να βγαίνει μόνος με τους φίλους του. Ήταν τότε  που έκανα τη θεραπεία για να αποκτήσουμε παιδί. Η τελευταία αποβολή, μαζί με τα αποθαρρυντικά λόγια του γιατρού, ήλθε να μας στερήσει το όνειρο αυτό για πάντα, παρασέρνοντας  και ό,τι όμορφο είχε απομείνει όρθιο στη σχέση. Από κει και πέρα, οι συχνοί
 καυγάδες, η παγωμάρα και τελικά η ανακάλυψη της κρυφής σχέσης του Θέμη, έμοιαζαν με τυπικές λεπτομέρειες  μιας   συμβίωσης με ημερομηνία λήξης. 
            Ο θάνατος του πατέρα μου έκανε πιο ανούσια την παραμονή μου στην πόλη, ώσπου εδραιώθηκε μέσα μου η επιθυμία της επιστροφής. Δυο μοναξιές- εγώ κι η μάνα μου- μαζί,  ίσως ήταν καλύτερα. Εκείνη αποφεύγει να με ρωτήσει για το διαζύγιο. Ξέρει πως όταν πάψω να πενθώ την περασμένη μου ζωή, όταν θα τη θυμάμαι αδιάφορα,  τότε θα της τα πω. Τώρα σημασία έχει  να ξεχάσω. Η ζωή στη μικρή  επαρχιακή πόλη μου ταιριάζει περισσότερο, χωρίς το υπέρμετρο άγχος, τον συνωστισμό του ετερόκλητου πλήθους, την αιθαλομίχλη. Οι φυσικές ομορφιές,  η θάλασσα που λατρεύω,  οι άνθρωποι που με ξέρουν από παιδί και το καλό σπιτικό φαγητό, μου κάνουν καλό. Ο καθρέφτης, αδιάσειστος μάρτυς πως έχω ήδη αρχίσει να παίρνω το βάρος που έχασα, ενώ  οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια έχουν μειωθεί αισθητά. Γρήγορα βρήκα  νέα δουλειά σε τοπικό τυπογραφείο, χάρη στη βοήθεια γνωστών, πράγμα που δεν μου αφήνει  περιθώριο να μελαγχολώ.  Μόνο ένας αδιόρατος φόβος, ένα απροσδιόριστο κράτημα, με κάνει να  αποφεύγω ακόμη τις παρέες. Δεν βιάζομαι, ξέρω πως δεν είμαι έτοιμη ακόμη. Μόλο που καθημερινά  με βαραίνει η σιγουριά ότι δεν θα καταφέρω να εμπιστευθώ  ξανά άλλον στη ζωή μου. Δε θέλω να πληγωθώ πάλι.  Και το θέμα του παιδιού πονάει ακόμη. Πονάει πολύ… 

            «Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ’ όνομά της είναι ένα θαυμαστικό», εγκωμιάζει ο αγαπημένος μου ποιητής  το  υγρό γαλανό στοιχείο. Πόσο τον νιώθω! Είμαι τυχερή που  το κολύμπι έχει γίνει καθημερινή μου συνήθεια. Αν και οι πρώτες βροχές ανήγγειλαν  ήδη την έλευση του Φθινοπώρου, η σύνθεση των λουομένων θαμώνων της μικρής παραλίας, πίσω από τους ευκάλυπτους, δεν άλλαξε ιδιαίτερα. Ηλικιωμένοι που το θαλασσινό νερό ευεργετεί την υγεία τους – με συνταγή γιατρού-  και λίγοι γονείς με τα πιτσιρίκια τους, που χαλάνε τον κόσμο με  χαρούμενες τσιρίδες. Στρωμένη η ακρογιαλιά απλωμένες πετσέτες, ομπρέλες για τον ήλιο, σκόρπια σωσίβια και παιχνίδια για την άμμο, τρυφερά κορμάκια που φτιάχνουν κάστρα  με λάσπη. Τόσο εύθραυστα, μα πόση δύναμη,  πόση απέραντη ευτυχία μπορούν να χαρίσουν,  πόση ελπίδα στον κόσμο! Σκέπτομαι πως  αν, για κάποιον άγνωστο λόγο, θα ’πρεπε να  στερηθώ την παρουσία τους,  κανείς δεν μπορούσε να μου απαγορεύσει  να  τα θαυμάζω και  να τ’ αγαπώ από μακριά. Κανείς!

            Οι μέρες περνάνε σαν νερό. Η αγάπη και διακριτικότητα της μάνας μου, η αφοσίωση στη δουλειά μου  και τα  καλά  λόγια  συγγενών και φίλων, μου  απαλύνουν σταδιακά την ψυχή κι επουλώνουν τις πληγές μου.  Είναι τα βράδια όμως, που σέρνονται ύπουλα οι θύμησες και άγνωστες φωνές, γεμάτες μίσος, ματώνουν την ψυχή μου.  Οι άγριες μάχες με τους  δαίμονές μου, όλο και   πυκνώνουν τελευταία. Ο τελευταίος εφιάλτης ήταν ο πιο οδυνηρός των τελευταίων μηνών.  Ήμουνα, λέει, στη συνηθισμένη μου κατάσταση παρατεταμένης αγωνίας και φόβου, ενώ η φιγούρα του Θέμη   με κοιτούσε με κακία, εκτοξεύοντας τις γνωστές κατηγόριες για την κατάληξη
του γάμου μας. Με θεωρούσε υπεύθυνη, ως και για την αποτυχημένη μου εγκυμοσύνη. Στο πλάι του, πιασμένη τρυφερά με χαμόγελο χαιρεκακίας, μια νεαρή  κοπέλα  τέντωνε επιδεικτικά τη φουσκωμένη της κοιλιά. Ο πόνος με δίπλωσε στα δυο. Ήθελα να φωνάξω, να υπερασπίσω τον εαυτό μου, μα ο θυμός δεν άφηνε τις λέξεις να γλιστρήσουν. Τις ένιωθα να  χάνονται στυφές κι αγκαθωτές στο βάθος του λαιμού μου, να  με γρατζουνάνε, να  με πνίγουν. Ένιωθα αβοήθητη κι ανήμπορη να ξεφύγω. Τα πόδια μου είχαν ακινητοποιηθεί. Την άλλη στιγμή, αλλόκοτη  γυναικεία μορφή, πιο τρομακτική, έκανε  μια γκεστ  εμφάνιση στο  νουάρ σκηνικό, με άγρια ουρλιαχτά που κατέληξαν σύντομα σε τρελό, ξέφρενο κύμα από γέλιο και κλάμα μαζί.  Ξύπνησα τρέμοντας, μούσκεμα στον ιδρώτα, μη μπορώντας να συνειδητοποιήσω  πού βρισκόμουν. Προσπάθησα να ηρεμήσω, κάνοντας μια  ανώφελη προσπάθεια  να αποκωδικοποιήσω  το όνειρό μου. Αυτή η μορφή είχε ξανάρθει στον ύπνο μου  άλλες δυο φορές,  μα φαινόταν πιο ήσυχη κι αμίλητη σαν θλιμμένη. Η τελευταία φορά ήταν τότε που έχασα το παιδί. Τι να σήμαινε άραγε;    Προπέτασμα  ομίχλης σαν να  έκρυψε τους διαδρόμους του νου για προστασία  και δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Καλύτερα, σκέφτηκα με ανακούφιση.
            Όταν άνοιξα  το παράθυρο  να πάρω αέρα, το σκοτάδι είχε αρχίσει να διαλύεται. Ξημέρωνε. Η μάνα μου κοιμόταν ακόμα. Ήταν κρίμα να την ξυπνήσω άλλη μια φορά μέσα στη νύχτα.  Ήταν δικός μου αυτός ο πόλεμος, κι έπρεπε κάτι να βρω, να αποκρούσω τις αναίτιες  επιθέσεις. Τίνος; Του παρελθόντος που γνώριζα, του υποσυνειδήτου που κρατούσε τα χαρτιά του κλειστά, ή μήπως, ήταν νέο προμήνυμα για μελλοντική καταιγίδα στη γεμάτη αναποδιές  ζωή μου;

            Τα ρούχα για τη θάλασσα αντικατέστησαν αμέσως τις πιτζάμες του ύπνου, όπως κάθε φορά που ήταν Κυριακή και δεν είχα δουλειά. Για να περάσει λίγο η ώρα ώσπου να φέξει για τα καλά - πού ύπνος πια-  άναψα το πορτατίφ του κομοδίνου μου  κι άνοιξα απαλά το συρτάρι των αναμνήσεων. Εκείνο που φιλοξενούσε φωτογραφίες μου από παιδί. Πάντα με χαλάρωνε μια απόδραση στο χρόνο, μέσα από  φωτογραφίες των τρυφερών μου χρόνων. Τα δάχτυλά μου άρχισαν να διαλέγουν με προσοχή. Το κορίτσι με τα κόκκινα σγουρά μαλλιά και τις διάσπαρτες φακίδες,  σ’ ένα πρόσωπο γλυκό σαν πετιμέζι -όπως έλεγε η μάνα μου- χαμογελούσε με αγάπη.  Κύμα νοσταλγίας με πλημμύρισε, κι  η επιθυμία να δω φωτογραφίες των γονιών μου, ειδικά του πατέρα μου που έχασε πρόωρα  την άνιση μάχη με την επάρατο, έγινε ανάγκη επιτακτική.  Μετά το θάνατό του, η μάνα μου είχε καταχωνιάσει τις πιο πολλές, σ’ ένα κουτάκι στη ντουλάπα της, μαζί με κάποια προσωπικά του αντικείμενα. Δεν άντεχε να τα βλέπει, πονούσε. Στα νύχια πατώντας, μπήκα στο δωμάτιό της κι   έψαξα αθόρυβα στην ντουλάπα. Το βρήκα εύκολα. Πίσω στο δωμάτιό μου,  χάιδεψα τρυφερά το ξανθό ξύλινο κουτί πριν το ανοίξω. Άδειασα το περιεχόμενό του πάνω στο κρεβάτι. Οικογενειακές φωτογραφίες, όπου η κλεισούρα κι ο χρόνος  είχαν αφήσει τα σημάδια τους, σκόρπησαν τριγύρω. Προσωπικά αντικείμενα του πατέρα, οι βέρες των γονιών μου συνοδευμένες από τη γαμήλια φωτογραφία και πολλές δικές του, από τότε που γνωριστήκανε. Δεν μπορώ να σταματήσω τα δάκρυα να τρέχουν ανυπότακτα.  «Ώρα για ύπνο φακιδομυτούλα μου!», ακούω να μου λέει, όπως παλιά. Μια αδέξια κίνηση να φέρω τα χαρτομάντιλα κοντά μου, και το κουτί έπεσε και κατρακύλησε στο πάτωμα.  Το σήκωσα με προσοχή. Ο βελούδινος πάτος του είχε υποχωρήσει κι ένας φάκελος έκανε την εμφάνισή του. Τον άνοιξα με προσοχή. Νέες φωτογραφίες, δικές μου από μωρό, που δεν είχα ξαναδεί. Χαμογέλασα συγκινημένη. Κι ένα διπλωμένο γράμμα, που έμοιαζε με Δημόσιο έγγραφο. Διάβασα τις πρώτες γραμμές: « Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών…»   Πότε είχαν πάει Αθήνα οι δικοί μου; Δεν μου ανέφεραν τίποτα ποτέ.   Ήταν μια αίτηση με τα ονόματα και τα στοιχεία τους. Δεν καταλάβαινα τίποτα.  « Στις […] τελέσαμε ορθόδοξο Χριστιανικό γάμο […] να αποκτήσουμε τέκνα […]Παρά τις πολυετείς άκαρπες προσπάθειές μας, η επιθυμία μας αυτή δεν κατέστη δυνατή.»  Η καρδιά μου άλλαξε χτύπο, ένιωθα το αίμα μου να παγώνει. Συνέχισα την ανάγνωση: «Προς πραγμάτωση του σκοπού μας […] επιθυμούμε να υιοθετήσουμε από κοινού το ανήλικο κοριτσάκι του …»  Νόμιζα  πως θα λιποθυμήσω. «… που τυγχάνει το φυσικό τους τέκνο εκτός γάμου αναγνωρισμένο από τον πατέρα του και με τη συναίνεση της μητρός…»   Έβγαλα μια στριγκλιά όσο ο ήλιος ξεμύτιζε σαν κλέφτης στο στερέωμα και σωριάστηκα αναίσθητη στα πόδια του κρεβατιού.

            Ο ήλιος συνεχίζει ηγεμονικά την ανοδική του πορεία. Προχωρώ στο δρόμο με τους ευκάλυπτους, που υψώνονται θαρρετοί  με τα σημάδια της παραλλαγής στους λυγερούς κορμούς τους. Τα τραχιά τους δάχτυλα με τις αραιές λόγχες δείχνουν προς τη θάλασσα. Η πόλη ξεμακραίνει, χάνεται. Η απολογητική φωνή της μάνας μου, παράξενο μίγμα ενοχής κι αγάπης, μου έρχεται ξανά στο νου, για δευτερόλεπτα.  Μετά σιωπή. Εγκαταλείπω τη φαγωμένη άσφαλτο, στρίβω σαν κουρδισμένη κατά κει που δείχνουν τα δέντρα. Γέρικα, τα πιο πολλά,  πέταξαν πέρα τις  φλούδες  το ρυτιδωμένο δέρμα, που μαρτυρούσε  ξεδιάντροπα το χρόνο. Με λείους κορμούς,   άνοιξαν κιόλας καινούρια λευκή σελίδα στη ζωή.  Κάθε μου βήμα πάνω στα πεσμένα φύλλα αφήνει  τρίξιμο γλυκό. Οι σαγιονάρες χώνονται βαθιά στην άμμο, αφήνοντας τα χνάρια της πορείας μου. Παραδίπλα,   παρατημένα και  μισοχαλασμένα κάστρα παιδιών,  δείγματα δημιουργικής πνοής της παραστρατημένης φαντασίας τους. Προχωρώ. Τα πέλματά μου ανακουφίζονται στο χάδι του νερού.  Ηδονική ανατριχίλα με διαπερνά ολόκληρη. Το κορμί μου βυθίζεται και χάνεται. Αρνιέται, λες,  τη συμβατική πραγματικότητα και ψάχνει, έμβρυο πάλι, την επαφή με την αρχέγονη πηγή  ελπίζοντας στην αναγέννηση, στη μεταμόρφωση.  Σε νέα ταυτότητα. Θέλω να παραμείνω στο νερό, μα δεν αντέχουν τα πνευμόνια μου.   Βγαίνω κι ανασαίνω το ζεστό αέρα με λαιμαργία. Κοιτώ τριγύρω. Πού είναι τα κομμάτια του παλιού μου εαυτού; Ένας γλάρος με περιγελά κάνοντας κύκλους από πάνω μου. Ζηλεύω. Θέλω  ένα κομμάτι  από ουρανό, καταδικό μου. Κάτι αλαφραίνει μέσα μου, κάτι σαν να  γεννιέται… δεν ξέρω.  Ζαλισμένη, αφήνω πίσω τη θάλασσα και περπατώ κατάκοπη στην άμμο.  Δεν είμαι μόνη. Ένα ξανθό αγγελούδι - πού το ’χω ξαναδεί;-  επισκευάζει το χαλασμένο κάστρο του. Δυο ζευγάρια μάτια  καρφώνονται πάνω μου  και μια αντρική φωνή ακούγεται ανήσυχη:  «Είστε καλά;  Θέλετε λίγο νερό;»   Αφήνομαι να πιαστώ στο χέρι που απλώνεται, ενώ το δικό μου χαϊδεύει με ζέση μια χρυσαφένια μπούκλα…
 *ΒΙΟΦΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Αλεξάνδρα Κωστάκη


Γεννήθηκε και διαμένει μόνιμα στην Πρέβεζα και συγκεκριμένα στον όρμο Βαθύ στη σκιά του  ευκαλύπτου αυτόπτη μάρτυρα της αυτοχειρίας του θλιμμένου ποιητή  Κώστα Καρυωτάκη και λογοτεχνικού της μέντορα περί τα ποιητικά.
Υπηρέτησε την  Προσχολική  Αγωγή και εκπαίδευση για 27 χρόνια τα τρία τελευταία σαν υπεύθυνη Περιβαλλοντολογικής Εκπαίδευσης  Α/βαθμιας Εκπαίδευσης Ν.Πρέβαζας.
            Η πρώτη παρουσία της στα γράμματα έγινε το 2014 με την έκδοση της πρώτης ποιητικής της συλλογής με τον τίτλο: «ΜΑΝΟΛΙΕΣ ΚΑΙ ΕΥΚΑΛΥΠΤΟΙ» από τις εκδόσεις:  «Ποιείν».
            Στο ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε  από τις εκδόσεις : «Άπειρος Χώρα» μια μελέτη της με τίτλο: « ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ-ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ και υπότιτλο: Αγάπησα ένα ποιητή κι όχι ήρωα».
            Συνεργάζεται  με τοπικές εφημερίδες και περιοδικά όπου φιλοξενούνται ποιήματά της και  άρθρα της με το όνομα της, αλλά και στο διαδίκτυο με το ψευδώνυμο: «Μανόλια».
            Το διήγημά της με τον τίτλο: «Αναζητώντας Ταυτότητα»  απέσπασε το πρώτο βραβείο στον 6ο  Πανελλήνιο Διαγωνισμό που προκήρυξε η Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΜΠΗ ΛΟΥΚΟ



ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΜΠΗ ΛΟΥΚΟ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΝΟΤΙΟΔΥΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΩΝ
ΔΕΥΤΕΡΑ 15 ΜΑΪΟΥ 2017
(Κείμενο ομιλίας Αγγελικής Αντωνοπούλου κόρης
 Λάμπη και της Λιτσας  Λούκου- Αντωνοπουλου)
                                                 

Καλησπέρα σας και καλώς ήρθατε.
Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές αυτής της εκδήλωσης και όλους εσάς που ήρθατε απόψε εδώ.

Ατσάλινος πάσσαλος βαθιά μπηγμένος στη γενέθλια γη, τα παιδικά τα χρόνια. Πάνω του στηρίζεται και περιστρέφεται, το θέλουμε δεν το θέλουμε, το καταλαβαίνουμε δεν το καταλαβαίνουμε, το δέντρο της ζωής· που ποτίζεται με τα λίγα γλυκά και τ’ άφθονα πικρά δάκρυα της καρδιάς· που τρέφεται , πλούσια ή φτωχά, με τα πολύμορφα, πολυσύνθετα και πολυδιάστατα υλικά του νου. Καθώς με τον καιρό, παίρνει σχήμα, μορφή. Για να μεγαλώσει, ν’ ανθήσει, να καρπίσει. Ώσπου να φυλλορροήσει στο τέλος και να ξεραθεί. Στο χωρίς διακοπή γύρισμα του τροχού.
Όποιος και όπου αν βρίσκεται ο γενέθλιος τόπος του, ταπεινός ή δοξασμένος, παχύφλουδος ή στενόφλουδος, χωριό ή πο σε μία εκδήλωση των Ταχυδρομικών λιτεία, βουνό ή κάμπος, ο καθένας μας θα πρέπει να γνωρίζει το ένα κάποιο παρελθόν του.
Αυτό ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο του πατέρα μου Λάμπη Λούκου Αντωνόπουλου για τη γενέτειρά του, το χωρίο των Καλαβρύτων, Αγρίδι, που βρίσκεται θεμελιωμένο από αιώνες στη ριζά της Χούνης με τα πόδια ακουμπισμένα στο Λόγγο, στα δεξιά έχει τον Τάρταρη και στα αριστερά την Καπρίβαινα. Ένα χωρίο που έχει πολλά νερά, πλούσια βλάστηση, απέραντη γαλήνη και ησυχία.
Δεν είναι και πολύ εύκολο να μιλάς για τον πατέρα σου, έστω και αν έχουν περάσει 16 και πλέον χρόνια από την 3η Απριλίου 2001 που αναχώρησε για τα Επέκεινα, όπως συνήθιζε να λέει.
Γεννημένος  το 1921 από πατέρα μυλωνά είχε στην οικογένεια άλλα 7 μικρότερα αδέλφια. Από μικρός έγινε προστάτης της πολυμελούς φαμίλιας του μια και ο πατέρας του πέθανε νωρίς. Μεγαλώνοντας με συντροφιά τη βουή των τζιτζικιών τη μέρα και το κλάμα του γκιώνη  τη νύχτα, το θρόισμα των πανύψηλων λεύκων και του υπεραιωνόβιου πλάτανου δίπλα στο λιβάδι,  με τη μυρωδιά του των λουλουδιών και των δένδρων, μεγαλώνοντας  μέσα στον ήχο των κουδουνιών από τα πρόβατα στα γύρω βουνά και τα βράχια, δεν μπορούσε παρά να γίνει ένας άνθρωπος συναισθηματικός και ευαίσθητος με αγάπη στον άνθρωπο και στο περιβάλλον. Ένας άνθρωπος χαρισματικός, ειρηνιστής και οραματιστής  που αγωνίστηκε μέσα από την πέννα του για ιδεώδη και αξίες με κέντρο τον άνθρωπο. Αυτό φαίνεται στη θεματική των βιβλίων του και των ομιλιών του ή των δοκιμίων του.
Πήγε σε 6τάξιο γυμνάσιο  στα Καλάβρυτα. Έδωσε εξετάσεις στη Νομική, όπου πέρασε.  Όμως δεν του άρεσε δεν του γέμιζε τις ανησυχίες του και έδωσε στην σχολή των 3ΤΤΤ  που είναι τα αρχικά των λέξεων  Ταχυδρομείο Τηλεφωνείο  Τηλεγραφείο, όπου και πέρασε επιτυχώς. Τελειώνοντας τη σχολή διορίστηκε στον ΟΤΕ και αργότερα  στο  τέλος δεκαετίας ’40 αρχές του ‘50 όταν χωρίστηκαν τα 3Τ σε Ελ. Ταχυδρομεία και ΟΤΕ πήγε στα Ελ. Ταχυδρομεία. Στο στρατό υπηρέτησε στα τηλέφωνα και τηλεγραφήματα. Μάλιστα γνωρίζω από ιστορίες που έχει διηγηθεί η μητέρα μου, ότι κάποιο βράδυ κάνοντας σκοπιά τον πήρε ο ύπνος. Ο αξιωματικός της περιπολίας τον ανακάλυψε, του πήρε το όπλο, αλλά ευτυχώς γλύτωσε την τιμωρία. Όπως θα δείτε και παρακάτω δεν τα είχε  πολύ καλά με τα όπλα.
 Στη Γερμανική κατοχή έγινε αντάρτης αλλά χωρίς όπλο. Καθήκον του ήταν να κάνει ομιλίες στα χωριά και να ξεσηκώνει τους ανθρώπους της επαρχίας.
Κάποια στιγμή όμως που ήρθαν τα δύσκολα και του έδωσαν διαταγή να σκοτώσει τον πρόεδρο κάποιου χωριού δεν υπάκουσε. Όταν ήρθαν να τον συλλάβουν το έσκασε κρυφά από το παράθυρο, το σπίτι στο χωρίο έχει ένα παράθυρο στο πίσω μέρος που βλέπει το βαγένι του μύλου, 3μ ύψος και από κει έφθασε με τα πόδια στην Πάτρα. Όποιος ήξερε τον πατέρα μου μπορεί να καταλάβει ότι δεν υπήρχε περίπτωση να σκοτώσει άνθρωπο. Φθάνοντας στην Πάτρα μετά από λίγο τον συνέλαβαν. Τον φυλάκισαν  τον βασάνισαν τον παρέδωσαν στους Γερμανούς που τον έκλεισαν στη βίλα Σταυρουλόπουλου στην Αγυιά, με σκοπό να τον εκτελέσουν μαζί με άλλους.
Εκεί βρέθηκε ένας  καλός  άγγελος, ο Θόδωρος Λούκος, θείος του  και τον φυγάδευσε μέσα σ ένα σάκο ταχυδρομείου μέχρι το Διακοφτό και τον έσωσε.
Αργότερα το 1952 παντρεύτηκε τη μητέρα μου Νικολίτσα Θεοδωρώφ κόρη αυτοεξόριστου πλέον στρατηγού, που υπηρέτησε  στην αυλή του τελευταίου Τσάρου Νικόλαου Ρωμανώφ. Ο οποίος για να σώσει το κεφάλι του από τους μπολσεβίκους μετά την επανάσταση αναζήτησε νέα πατρίδα και έφθασε μέχρι την Πάτρα. Εκεί γνώρισε τη γιαγιά μου, πρόσφυγα από τη Σμύρνη και έκαναν 3 κόρες. Τη Νικολίτσα την μητέρα μου, την Μαρία που είναι ανάμεσά μας και την Ανδριάνα που έχει αναχωρήσει σε άλλους κόσμους.  
Στα χρόνια της επαγγελματικής του ζωή ως δημόσιος υπάλληλος ήταν αυστηρός και δίκαιος. Ξεκίνησε με το βαθμό του γραμματέα και συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του διευθυντού. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα να καταλάβετε την αυστηρότητά του.  Κάποτε ένας  έμπορος έδωσε στο γκισέ του ταχυδρομείου ένα συστημένο γράμμα με την παράκληση το γράμμα να φύγει ως επείγον. Η υπάλληλος το ξέχασε στο συρτάρι της, έφυγε διακοπές, καλοκαίρι ήταν και ο έμπορος δεν έκανε τη δουλειά του. Πήγε λοιπόν να παραπονεθεί μετά από λίγες μέρες και για κακή της τύχη, της υπαλλήλου δηλαδή, βρήκε τον πατέρα μου, ο οποίος την επόμενη  απέλυσε την υπάλληλο για την παράλειψή της και παρ’ όλη την πίεση από υψηλά ιστάμενους  ήταν ανένδοτος. Τελικά κάτω από την προτροπή του Νομάρχη Λαδά, τον οποίον αγαπούσε, υποχώρησε.
Στα χρόνια της χούντας δεν πέρασε καθόλου καλά. Ήταν καταγεγραμμένος ως αντιστασιακός και αυτό του στοίχισε την εξέλιξή του μέσα στα ΕΛΤΑ και ένα ψυχοσωματικό σύνδρομο ημικρανίας που τον ταλαιπώρησε μέχρι το θάνατό του.
Έγραφε για πολλά χρόνια στην εφημερίδα Γνώμη, και στην εποχή του δημοψηφίσματος για το βασιλιά τάχθηκε υπέρ του Όχι με αποτέλεσμα ο εκδότης της Γνώμης, Χρήστος Χριστόπουλος να συλληφθεί.
 Άλλη ιστορία την εποχή της Χούντας, του είχαν αναθέσει να μιλήσει στο θέατρο Απόλλων, σε μία εκδήλωση των Ταχυδρομικών για τον εορτασμό της 25η Μαρτίου. Ασχολείτο πολύ με το θέμα της έναρξης της επανάστασης το 1821.  Υποστήριζε με σθένος την άποψη ότι ξεκίνησε από τα Καλάβρυτα και όχι από την Καλαμάτα που κάποιοι υποστήριζαν.  Όταν του ζήτησαν λοιπόν να ελέγξουν την ομιλία του, λογοκρισίας εποχή,  τους την έστειλε και τους διαμήνυσε ότι αν θέλετε κάτι να αφαιρέσω έχει καλώς. Θα το κάνω. Αν θέλετε όμως κάτι να προσθέσω δεν γίνεται. Ύμνους στη Χούντα δεν θα έκανε.
Ήταν ένας άνθρωπος που διάβαζε, διάβαζε πολύ, έγραφε πολύ. Θυμόταν τα πάντα από αυτά που διάβαζε. Είχε ένα γραφείο με μία πλούσια βιβλιοθήκη από το ταβάνι μέχρι το πάτωμα γεμάτη βιβλία, σε διπλές σειρές. Και πάντα ήξερε που είναι το καθένα. Τον θυμάμαι να κοιμάται νωρίς γύρω στις 9.00 και να ξυπνά γύρω στις 3.00 το πρωί να φτιάχνει καφέ να κλείνετε στο γραφείο του και να γράφει, να γράφει και να διαβάζει με τις ώρες. Αργότερα θα έβγαινε στον κήπο να σκαλίζει και να περιποιείται τα λουλούδια, τους είχε αδυναμία ή θα έπαιζε με την αγαπημένη του σκυλίτσα την Πεντάμορφη. Την αγαπούσε πολύ και όταν κάποτε νοσηλευόταν για καιρό στο νοσοκομείο για τις ημικρανίες που τον βασάνιζαν, ανησυχούσε για την Πεντάμορφη, η οποία στο διάστημα αυτό είχε μαραζώσει  και τι έκανε ο πατέρας μου, μασούσε τροφή, την έφτυνε σε ένα χαρτί και την έστελνε με εμάς στην Πεντάμορφη να φάει να καταλάβει από την μυρωδιά του ότι ζει.
Λάτρευε την αρχαιολογία, νομίζω λυπόταν που δεν είχε σπουδάσει αρχαιολόγος, αργότερα ήθελε να σπουδάσω εγώ αρχαιολογία, αλλά ως γνωστό τα παιδιά κάνουν το αντίθετο από αυτό που θέλουν οι γονείς. Μάλλον πίστευε στο βάθος της καρδιάς του ότι μπορεί ο εγγονός του να γίνει αρχαιολόγος, αλλά τον λάτρευε και νομίζω του το συγχώρησε που δεν έγινε. Για μένα δεν είμαι σίγουρη αν με συγχώρησε ποτέ.
Μέσα στις πολυποίκιλες δραστηριότητες του με ομιλίες, δοκίμια, βιβλία, θεατρικά έργα αλληλογραφούσε με το γιατρό και ανθρωπιστή Αλβέρτο Σβάιτσερ που ξόδεψε τη ζωή του για τα πεινασμένα και άρρωστα παιδιά της Αφρικής προσφέροντας τους ιατρική περίθαλψη, εκπαίδευση και ότι άλλο μπορούσε. Του άρεσαν φυσιογνωμίες που έχουν χαράξει και μένα στην εφηβεία μου, ανθρώπους που αγωνίζονταν για την ειρήνη, την ισότητα και τα δικαιώματα των ανθρώπων όπως ο Μαχάτμα Γκάντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ. Ανθρώπους με ιδανικά και υψηλές αξίες. Καμία φορά αναρωτιέμαι αν ζούσε τώρα πόσο θα ένιωθε απογοητευμένος και πικραμένος.
Θυμάμαι την εποχή  της έκδοσης κάποιου βιβλίου του, όλοι έπρεπε να είμαστε επί ποδός, για διορθώσεις και πάλι διορθώσεις και ξανά διορθώσεις και lay out του βιβλίου και η μαμά μου να ζωγραφίζει τα εξώφυλλά ή να ψάχνουμε να βρούμε κάτι που να τον ενδιέφερε.
Μέσα στις πνευματικές του ανησυχίες ήταν και η συλλογή γραμματοσήμων, μάζευε από το 1940, τα τοποθετούσε μέσα σε ειδικά άλμπουμ, τα έπιανε πάντα με τσιμπιδάκι, είχε τα λευκώματα πάντα όρθια και ήταν μία συλλογή για την οποία καμάρωνε.
Πήρε πολλά βραβεία και διακρίσεις στη ζωή του για την προσφορά του στα γράμματα. Ήταν ενεργό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών Ελλάδος και της Ένωσης Λογοτεχνών Νοτιοδυτικής Ελλάδος. Του είχαν κάνει κάποια αφιερώματα όσο ήταν στη ζωή.
Του άρεσαν πάρα πολύ τα ταξίδια. Μετά από κάθε ταξίδι  έγραφε σε συνέχειες οδοιπορικό στην εφημερίδα Γνώμη. Κάποια φορά μάλιστα που είχε γράφει διθυράμβους για την Ελβετία του πρότειναν να αναλάβει το προξενείο της Ελβετίας στην Πάτρα, θέση που δεν δέχθηκε λόγο της αδυναμίας του στις ξένες γλώσσες.
Του άρεσε το ψάρεμα πράγμα που μου μετέδωσε και μένα. Θυμάμαι να ψαρεύουν με τη μητέρα μου, εγώ πολύ μικρή, ώρες ατελείωτες.  Για να μην πλήττω, μου έδιναν και μένα πετονιά με δόλωμα και ψάρευα. Κάποιες φορές στα κρυφά, μου δόλωναν και κάποιο μικρό ψάρι που είχαν πιάσει αυτοί, για να χαρώ και να κολλήσω το μικρόβιο του ψαρέματος.  
Νομίζω ο νερόμυλος του πατρικού του τον είχε χαράξει. Φαίνεται και από το βιβλίο Νερόμυλοι που έτυχε διακρίσεων και αν  είμαστε σε άλλη χώρα, θα ήταν λαογραφικό ντοκουμέντο μιας εποχής που πέρασε, για τα Πανεπιστήμια και την έρευνα, για τη λαογραφία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που τόσο τις έχουμε ανάγκη  στις μέρες μας.
Νομίζω ο ήχος του νερόμυλου τον συντροφεύει ακόμα εκεί που είναι. Ο νερόμυλος δούλευε μέχρι πριν κάποια χρόνια  και σήμερα σαπίζει  κλειστός και μόνος του. Κάποτε άλεθε συνέχεια για τα γύρω χωριά. Θυμάμαι τα μουλάρια που έρχονταν φορτωμένα και τον ήχο του μύλου καθώς έπεφτε το νερό με δύναμη  από ψηλά και με τη δύναμή του γύριζε τις μυλόπετρες. Όλη μέρα κι όλη νύχτα. Στον ήχο του προσπαθούσα να συντονίζω λέξεις, σκοπούς τραγουδιών και μ αυτούς αποκοιμόμουν, τα καλοκαίρια που πηγαίναμε διακοπές στο χωρίο. Τι γλυκός ύπνος.  
Θέλοντας να κλείσω την μικρή αυτή αναδρομή στη μνήμη του πατέρα μου θα σας μεταφέρω τα λόγια του, για τον ήχο του νερόμυλου αυτό το ρυθμικό ήχο.
Χιλιάδες νύχτες ο γλυκόδροσος αχός τούτου του νερόμυλου σε συναυλία αγγέλων με αηδονολαλιές,  μας απαλονανούριζε. Ξυπνούσαμε μόλις σταμάταγε. Η πάσπαλη, νοτισμένη από την άχνα της χούρχουρης, μένει στα εσώστηθά μας πετρωμένη.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν όσο κι αν σκουριάσουν οι κρίκοι, όσο μακριά κι αν ζει κανένας από μια τέτοια πολυαγαπημένη, είναι αδύνατον να την απαρνηθεί και να κοπούν οι δεσμοί. Ποτέ μα ποτέ, οι αυτοκινητοβοές, οι μουσικοταινίες της πόλεως, δεν μπορούνε να συγκριθούν με τον αχό του νερόμυλου, με τις δροστοσταλίδες της χούρχουρης, με τις αηδονοφωνές της κρέμασης του μύλου.
Σας ευχαριστώ πολύ
Αγγελική Χ. Αντωνοπούλου

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΛΕΥΚΩΜΑΤΟΣ: «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ Ν. Δ. ΕΛΛΑΔΟΣ. 35 ΧΡΟΝΙΑ (1979 – 2015) ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗΣ»

ΟΜΙΛΙΑ ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΑΡΝΑΡΟΥ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΣΤΙΣ 15/12/2016


«ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ Ν. Δ. ΕΛΛΑΔΟΣ.
35 ΧΡΟΝΙΑ (1979 – 2015) ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗΣ»




Κυρίες και Κύριοι,
Στα πλαίσια των Φιλολογικών Βραδινών, σ’ αυτήν εδώ την φιλόξενη αίθουσα, έχουν παρουσιαστεί πολλά βιβλία διαφόρων συγγραφέων. Σήμερα όμως παρουσιάζουμε μια ξεχωριστή έκδοση που αναφέρεται στα πρώτα 35 χρόνια ζωής και δράσης της Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος. Είναι ένας εκτενής απολογισμός των πεπραγμένων όπου μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ζωντανεύουν αγαπημένα πρόσωπα που έταξαν ως σκοπό της ζωής τους να υπηρετήσουν τον πολιτισμό, από όποιο μετερίζι μπορούσε ο καθένας τους. Στα 35 αυτά χρόνια κάτω από τη σκέπη της Εταιρείας μας παρουσιάστηκαν θέματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, ιστορικά, λαογραφικά, ποίησης, λογοτεχνίας και πολλά άλλα που άνοιξαν νέους ορίζοντες και γνωρίσαμε δεκάδες πνευματικούς δημιουργούς που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο βοήθησαν αυτήν την πόλη να αναπτυχθεί και να προοδεύσει.
Το 1999 το τότε Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας μας υπό την Προεδρία του αγαπητού και δραστήριου κ. Λεωνίδα Μαργαρίτη είχε μια καλή ιδέα: Να καταγράψει την ιστορία των πρώτων 20 χρόνων της Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος, αφού έτσι θα διασώζονταν οι δραστηριότητές της και η μνήμη της από τον αδηφάγο χρόνο. Μια τέτοια καταγραφή των δράσεων ενός πνευματικού σωματείου δεν έχει ιστορικό προηγούμενο στην Πάτρα. Μια μικρή ιστορική αναδρομή το αποδεικνύει:
Το 1869 ο Αχαϊκός Σύλλογος ίδρυσε τη «Σχολή Λαού Πατρών», ένα λαϊκό Πανεπιστήμιο ιδιαιτέρως χρήσιμο και αποδοτικό την εποχή εκείνη για την επιμόρφωση του λαού. Μεταξύ των Εφόρων της Σχολής ήταν κατά διαστήματα ο ιστορικός των Πατρών Στέφανος Θωμόπουλος, ο Ιωάννης Διακίδης, ο οποίος το 1958 δώρισε το ισόγειο του κτηρίου όπου μέχρι σήμερα λειτουργεί η Σχολή με την επωνυμία «Διακίδειος Σχολή Λαού» και πολλοί άλλοι. Την ακατάγραφη μακραίωνη ιστορία τριών αιώνων της Διακιδείου, ποιος σήμερα τη γνωρίζει;
Το 1916 ιδρύθηκε και δραστηριοποιήθηκε στην Πάτρα η «Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών» που συγκέντρωσε όλο το λογοτεχνικό δυναμικό της πόλης μας και είχε πλούσια δράση αφού λειτούργησε δραματική σχολή καθώς και τμήματα μουσικής και ζωγραφικής. Εξέδωσε μάλιστα το 1918 το «Ακαδημαϊκό Ημερολόγιον των Πατρών». Τι άλλο γνωρίζουμε και γι’ αυτή την σπουδαία κίνηση;
Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, το 1922, συστάθηκε η «Φιλολογική Συντροφιά» όπου το μόνο που γνωρίζουμε για τη δράση της είναι οι λίγες γραμμές που φιλοξενεί στο Ιστορικό Λεξικό του ο πρώτος Πρόεδρος της Εταιρείας μας, ο αείμνηστος Κώστας Τριανταφύλλου και είναι ότι: «Η Φιλολογική Συντροφιά ζήτησε την αίθουσα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης για τις δραστηριότητές της και ότι το αίτημά της απορρίφθηκε». Πέραν αυτού, τίποτε άλλο.
Το 1931 έχουμε την ίδρυση της «Εταιρείας Φίλων του Βιβλίου» με διοργάνωση ομιλιών σε σχολεία, εκθέσεις βιβλίου, ετήσιους διαγωνισμούς εκθέσεων μεταξύ των αποφοιτούντων μαθητών των Πατρών. Και η ιστορία αυτού του σωματείου χάθηκε στο διάβα του χρόνου.
Το ίδιο έτος, το 1931, ιδρύθηκε ο «Μορφωτικός Σύλλογος Ελληνίδων Κυριών Πατρών», ένα δυναμικό σωματείο που υφίσταται μέχρι σήμερα και το οποίο για τις πολύχρονες δραστηριότητές του έχει βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών, το Υπουργείο Υγείας, το Δήμο Πατρέων και άλλους φορείς. Μόλις αυτά τα λίγα γενικά στοιχεία είναι γνωστά στο ευρύ κοινό για τον Μορφωτικό Σύλλογο Κυριών.
Τέλος, ο αείμνηστος Κώστας Τριανταφύλλου στο Λεξικό του αναφέρει επιγραμματικά ότι έδρασαν στην Πάτρα και τα παρακάτω λογοτεχνικά-φιλολογικά σωματεία: Ο «Κάδμος» (το 1877), η «Φιλοδραματική Εταιρεία» (το 1905), «Οι Φίλοι της Διανοήσεως» (το 1932), ο «Όμιλος Λαϊκών Αναγνωστηρίων» (το 1945), το «Παράρτημα του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών» (το 1954), ο «Αχαιός» (το 1965) και το 1979 η «Εταιρεία Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος». Πέραν αυτής της αναφοράς του, δεν γράφει κάτι περισσότερο.


Ίσως να σας κούρασα με τη μικρή αυτή ιστορική αναδρομή αλλά έγινε για δύο λόγους: Αφενός για να δείξω ότι λογοτεχνικές κινήσεις έχουν γίνει πολλές στην πόλη μας καθ’ όλη τη διάρκεια του νεώτερου ελεύθερου βίου της και αφ’ ετέρου για να φανεί ότι το αποτύπωμα που άφησαν πίσω τους τα λογοτεχνικά αυτά σωματεία έχει σήμερα ξεχαστεί, μόνο και μόνο γιατί κανένας δεν κάθισε να γράψει την ιστορία τους. Μοναδική εξαίρεση η Δημοτική μας Βιβλιοθήκη, αυτός ο φάρος πολιτισμού της πόλης μας, που το 2010 ο εκ των σημερινών ομιλητών, ο αγαπητός κ. Χρήστος Μούλιας, εξέδωσε το «Χρονικό της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών 1910-2010».
Αυτήν την παράλειψη των άλλων λογοτεχνικών σωματείων θέλησε να ξεπεράσει η Εταιρεία Λογοτεχνών Ν. Δ. Ελλάδος και ανέθεσε το 1999 σε δύο μέλη της, στον Σταύρο Ιντζεγιάννη και στη Σοφία Κλήμη-Παναγιωτοπούλου να ξεσκονίσουν τα αρχεία της Εταιρείας και να γράψουν, ο μεν πρώτος τη δράση της τη δεκαετία 1979-1989 και η δεύτερη για τη δεκαετία 1990-1999.
Όμως, «άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων άλλα δε θεός κελεύει». Η πεζογράφος, δοκιμιογράφος και κριτικός, αείμνηστη Σοφία Κλήμη-Παναγιωτοπούλου, χτυπήθηκε από τον καρκίνο και μετά από μάχη με την ύπουλη αρρώστια, νικήθηκε το Σεπτέμβριο του 2001. Η εργασία των δύο άξιων λογοτεχνών, αν και είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, έμεινε έκτοτε κλειδωμένη στο συρτάρι του Προέδρου μας, του κ. Λεωνίδα Μαργαρίτη, μέχρι και πριν μια διετία περίπου, οπότε και θέλησε να την εκδώσει.
Όμως τότε προέκυψε ένα νέο πρόβλημα: Να εκδοθεί η Ιστορία της Εταιρείας των πρώτων 20 χρόνων, τη στιγμή που η Εταιρεία βάδιζε να κλείσει μια 35ετία ζωής και δράσης; Και ειδικά όταν τα τελευταία χρόνια έλαβαν χώρα γεγονότα μιας μαχητικής και ζωντανής Εταιρείας που αγωνίστηκε ανυποχώρητα για το αυτονόητο, την κατοχύρωση του χώρου έκφρασή της όπου θα πραγματοποιούσε τα Λογοτεχνικά Βραδινά της;
Η 3η δεκαετία 2000-2009 καθώς και η εξαετία 2010-2015 ανατέθηκε στον ομιλούντα να τη γράψει, ο οποίος για είναι ειλικρινής και για να απονείμει τα του Καίσαρος, οφείλει να ομολογήσει ότι έλαβε απλόχερη τη βοήθεια στη συγκέντρωση του υλικού από τον κ. Λεωνίδα Μαργαρίτη. Ιδιαίτερη προσπάθεια έγινε και για την πλαισίωση των κειμένων με φωτογραφικό υλικό, αφού μια εικόνα ίσον χίλιες λέξεις. Θελήσαμε να βάλουμε φωτογραφίες παλαιών και νέων μελών της Εταιρείας μας, όπου και εδώ πάλι η βοήθεια του κ. Μαργαρίτη ήταν καταλυτική, αφού από το μοναδικό και πλούσιο αρχείο που είχε κρατήσει όλα αυτά τα χρόνια, μας έδωσε έναν ατίμητο θησαυρό, που σήμερα με την έκδοση του βιβλίου προσφέρεται σε όλους μας. Οι 162 φωτογραφίες που κοσμούν τις σελίδες του θα μας θυμίζουν πολλούς από τους παλαιούς και τους νέους λογοτέχνες – μέλη της Εταιρείας μας, που πρόσφεραν τον πνευματικό οβολό τους απλόχερα στους συμπατριώτες τους.
Θεωρώ σημαντική την έκδοση του βιβλίου γιατί με την καταγραφή όλων των ομιλιών που έγιναν στα πλαίσια των Φιλολογικών Βραδινών, της παρουσίασης των εκδόσεων της Εταιρείας μας, των λογοτεχνικών διαγωνισμών και του πλούσιου φωτογραφικού υλικού, φαίνεται ανάγλυφα η δυναμική της Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος που κάλυψε ένα μεγάλο κενό της Πάτρας, ένωσε, στέγασε και ανάδειξε πολλούς από τους πνευματικούς ανθρώπους της πόλης, του νομού και της ευρύτερης περιοχής και πρόσφερε μέσα από τις δραστηριότητές της γνώση, ψυχαγωγία και δημιουργικότητα στους ακροατές της, συμβάλλοντας με τις μικρές δυνάμεις της στην ανύψωση του πολιτισμού.
Δεν θα κάνω εδώ ανάλυση του περιεχομένου των 198 σελίδων του βιβλίου. Το αφήνω στον αναγνώστη και είμαι σίγουρος ότι θα το ξεφυλλίσει, θα το διαβάσει με ευχαρίστηση, ενώ πολύ θα τον βοηθήσει το αλφαβητικό ευρετήριο των προσώπων στον εντοπισμό των συγγραφέων-ομιλητών που τον ενδιαφέρουν. Θα μείνω μόνον στο ότι η Εταιρεία Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος είναι ένα από τα ελάχιστα δημοκρατικά σωματεία της χώρας μας που δεν αποκλείει κανέναν λογοτέχνη να γραφτεί ως μέλος της, ούτε για τις ιδέες του, ούτε για τα πολιτικά του πιστεύω. 




Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω:
·        το μέλος της Εταιρείας μας, την λογοτέχνιδα κα Αμαλία Κουσαδιανού, που με τη χορηγία της βοήθησε να βγει στο φως το βιβλίο μας,
·        τη Δημοτική Βιβλιοθήκη που μας παρέχει τη φιλόξενη αίθουσά της και ιδιαίτερα τον Βιβλιοθηκονόμο, τον κ. Αργύρη Μιχαλόπουλο, που στέκεται ακοίμητος φρουρός και πάντοτε με ευγένεια μας καλωσορίζει
·        και τέλος τον Πρόεδρό μας, τον κ. Λεωνίδα Μαργαρίτη για την όλη βοήθεια που μου παρείχε στην ολοκλήρωση του έργου, αλλά και για τις άοκνες και συνεχείς προσπάθειές του να κρατήσει ζωντανή την Εταιρεία μας.

Εύχομαι στους παρευρισκομένους να είσθε καλά και όλοι μαζί, σ’ αυτή εδώ την αγαπημένη πνευματική γωνιά, να γιορτάσουμε σε 14 χρόνια το «Χρυσό Ιωβηλαίο», δηλ. τα 50 χρόνια της Εταιρεία μας.
Σας Ευχαριστώ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ Κ. ΚΑΡΝΑΡΟΣ

ΒΡΑΒΕΙΑ



ΒΡΑΒΕΙΑ
8ου ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Απόφαση Κριτικής Επιτροπής διαγωνισμού.
(Λεωνίδας ΜαργαρίτηςΠροέδρος Εταιρειας Λογοτεχνών Συγγραφέας Κριτικός Βιβλίου,Χριστίνα Κόκκοτα Φιλόλογος,ΘεατρολόγοςΚριτικός Θεάτρου, ,Σταύρος Ιντζεγιαννης Δημοσιογράφος,Λογοτέχνης Κριτικός Βιβλίου)
Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
Στο μαθητή του Εσπερινού Γυμνασίου Δήμου Ήλιδας Μάκη Τραπουζάνη με το ψευδώνυμο «Ρωμανός» για το ποιήματα του «Απόμαχος ζωής»
Β΄ΒΡΑΒΕΙΟ
Στο μαθητή του Εσπερινού Γυμνασίου Δήμου Ήλιδας Νίκο Σιλάιδο με το ψευδώνυμο «Ενορατικός» για το ποίημα του «Άτιτλο»
Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
Στη Μαθήτρια του Δημοτικού Ωδείου Αμαλιάδας Aμαλία Ναστούλη με το ψευδώνυμο «ΜΑΝΙΑ» για το ποίημα της «Έρημος»

H ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

·
  1. H ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
    ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ
  2.                             ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 20 ΜΑΡΤΙΟΥ
Η Εταιρεία Λογοτεχνών για 8η συνεχή χρονιά σε συνεργασία με τη Δημοτική Βιβλιοθήκη-Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Πατρέων γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης στην αίθουσα του Αναγνωστηρίου της, την προσεχή Δευτέρα 20 Μάρτη και ώρα 7.μ.
Με τις εκδηλώσεις αυτές προβάλλεται η ποίηση και οι ποιητές, παροτρύνονται κι ενισχύονται οι νέοι που καταπιάνονται να γράφουν τους στοχασμούς τους.
Για αυτό το σκοπό η Εταιρεία Λογοτεχνών έχει καθιερώσει Διαγωνισμό ποίησης μεταξύ των μαθητών των Γυμνασίων και των Λυκείων της περιφέρειας Νοτιοδυτικής Ελλάδος.
Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού προϊόν της κριτικής επιτροπής(Χριστίνα Κόκκοτα Φιλόλογος Θεατρολόγος και κριτικός Θεάτρου, Σταύρος Ιντζεγιάννης Δημοσιογράφος-λογοτέχνης και κριτικός βιβλίου και ο πρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Λεωνίδας Μαργαρίτης)θα ανακοινωθούν από τον πρόεδρο στη διάρκεια της γιορτής.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα κύριος ομιλητής της ημέρας θα είναι το δόκιμο μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών, Δικηγόρος και πεζογράφος- Αντωνία Δεββέ-Αργυροπούλου η οποία θα αναπτύξει το θέμα: « Οδυσσέας Ελύτης, διαχρονικός και παγκόσμιος »
Στο νόημα της γιορτής θα αναφερθεί σε σύντομο χαιρετισμό του ο πρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Λεωνίδας Μαργαρίτης ο οποίος θα παρουσιάσει και θα συντονίσει την όλη εκδήλωση.
Η εκδήλωση, θα εμπλουτισθεί με εκτέλεση σε πιάνο μελοποιημένων συνθέσεων γνωστών ποιητών από τους συμπολίτες, Ανδρέα Κότσιφα δικηγόρο-πιανίστα και το μέλος της Εταιρείας Καθηγητή Μουσικής και Ποιητή Παναγιώτη Τσαλίδη και θα ερμηνεύσει ποιητικές συνθέσεις η ταλαντούχος συμπολίτισσα Ανδριάνα Γουλιμή.
Θα γίνουν επίσης , απαγγελίες ποιημάτων γνωστών καταξιωμένων νεοελλήνων ποιητών, από τον ηθοποιό Αλέξη Γκλαβά, και τη Φιλόλογο-Θεατρολόγο Χριστίνα Κόκκοτα.
Τέλος θα γίνει η απονομή των βραβείων του 8ου Ποιητικού Διαγωνισμού και η εκδήλωση θα κλείσει με απαγγελίες των βραβευμένων ποιημάτων από τους ίδιους τους δημιουργούς.
Η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.

ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΥ



ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ  ΒΡΑΔΙΝΟ της 20ης Φεβρουαρίου 2017 ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΩΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΩΝ ΒΡΑΔΙΝΩΝ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ: "ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ:  ΑΚΟΜΗ ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ"


Λίγα Βιογραφικά στοιχεία για τον Συγγραφέα:


Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ (1919-2003) αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δούλεψε για πολλά χρόνια στο υπουργείο Εργασίας, από όπου παραιτήθηκε το 1963.
Ως εκπρόσωπος της Ελλάδας και των Ηνωμένων Εθνών, ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής, της Αφρικής, για κοινωνικά θέματα. Εμφανίστηκε στην πεζογραφία το 1954 με τη συλλογή διηγημάτων ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 33 γλώσσες, σε 114 ξένες εκδόσεις. Για τη συλλογή διηγημάτων ΑΡΝΟΥΜΑΙ τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, και για το μυθιστόρημά του ΤΟ ΛΑΘΟΣ με δύο λογοτεχνικά βραβεία: στην Ελλάδα, το Βραβείο των «12», και στη Γαλλία, το Μεγάλο Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας. 

Για το σύνολο του έργου του τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας «Ευρωπάλια». Υπήρξε επίτιμος διδάκτωρ των Τμημάτων Φιλολογίας των Φιλοσοφικών Σχολών των Πανεπιστημίων Αθηνών, Πατρών και Ιωαννίνων, ενώ τα έργα του διδάσκονται στη δημοτική και τη μέση εκπαίδευση καθώς και σε πανεπιστήμια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Επίσης είχε ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης σε 40 πόλεις στην Ελλάδα και στην Κύπρο. 

Έχει τιμηθεί με πολλά διεθνή παράσημα και διακρίσεις, όπως με τον Ταξιάρχη του Φοίνικα της Ελληνικής Δημοκρατίας, το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής στη Γαλλία, το Χρυσό Μετάλλιο Αξίας της πόλεως των Αθηνών, το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος Εθνάρχου Μακαρίου Γ΄ κ.ά. Το 1989, η UNICEF Νέας Υόρκης τον ονόμασε πρώτο Έλληνα Πρεσβευτή Καλής Θέλησης για τα παιδιά του κόσμου. Το όνομά του έχουν πάρει σχολεία, δρόμοι και πνευματικά κέντρα. 


TA BIBΛΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

ΤΟ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ
 ΑΡΝΟΥΜΑΙ 
ΤΟ ΛΑΘΟΣ
  ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ 



Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι,

Χαίρομαι, που βρίσκομαι για μια ακόμη φορά ανάμεσά σας, ανάμεσα σε αυτή τη λογοτεχνική συντροφιά. Να είμαστε όλοι καλά και να ανταμώνουμε . Απόψε χαίρομαι ιδιαιτέρως, γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να πω δυο λόγια για έναν μεγάλο Έλληνα λογοτέχνη, μα κυρίως, έναν μεγάλο Έλληνα ευπατρίδη. Ο Αντώνης Σαμαράκης αγάπησε τον απλό άνθρωπο, τον βιοπαλαιστή, τον άνθρωπο της φύσης, τον άνθρωπο με τις αδυναμίες του και ιδιαιτέρως τα παιδιά. Ιδιαίτερη θέση μέσα στα έργα του έχουν όμως κι όσοι ενήλικες κρύβουν ένα μικρό παιδί μέσα τους, όσοι καμώνονται τους μεγάλους αλλά ζηλεύουν την παιδική απλότητα και αθωότητα. Αποφάσισα να παραφράσω τον τίτλο της πρώτης του συλλογής διηγημάτων «Ζητείται Ελπίς» και να ονοματίσω τη σημερινή εισήγηση « Ακόμα ζητείται ελπίς». Κι αυτό όχι για να εντυπωσιάσω αλλά για να υπογραμμίσω, στη ζοφερή εποχή που ζούμε, πως ακόμη ο άνθρωπος αδικεί το συνάνθρωπό του, ακόμη φθείρεται από τις πολιτικές και κοινωνικές αδικίες, ακόμη κινδυνεύει από τα πυρηνικά όπλα, ακόμα κρύβεται, εν τέλει, στη θέαση του ειδώλου του στον καθρέφτη της ζωής. Επικεντρώνει στο δικό του πρόσωπο και χάνει το βάθος στον καθρέφτη. Όμως η ελπίδα για έναν αληθινά καλύτερο, απλοϊκότερο κόσμο δεν πεθαίνει ποτέ. Είναι πανάρχαιο, φιλοσοφικό αίτημα και θα παραμείνει αέναο.

Αφιερώνω, λοιπόν, τη σημερινή εισήγηση στο όραμα του Σαμαράκη για ένα κόσμο δικαιοσύνης και αξιοπρεπούς ζωής. 

Θα προσπαθήσω να μην είμαι κουραστική με πολλές εξειδικευμένες λεπτομέρειες αλλά πριν ολοκληρώσω την ομιλία μου θα ήθελα να σας διαβάσω το διήγημα του Αντ. Σαμαράκη «το ποτάμι». Κάθε φορά που το διαβάζω, έχω και διαφορετικά συναισθήματα. Θεωρώ, ότι είναι μεγάλο πλεονέκτημα για ένα συγγραφέα, να πλημμυρίζει ο αναγνώστης του με διάφορες σκέψεις και συναισθήματα σε κάθε ανάγνωση.


3


Η πεζογραφία της γενιάς του ’30 είναι αστική , εστιάζεται στο άστυ, στις μεγάλες πόλεις όπου η ζωή «νοθεύεται» μακριά από τις ρίζες της, ενώ η «γνήσια ζωή» συντηρείται στο χωριό, τις μικρές κοινότητες. Πρόκειται συνεπώς για τάση που, καθώς κοιτάζει προς τα πίσω, μπορεί να χρεωθεί, από εμάς τους άλλους, ως ‘συντηρητική’. 
Αντίθετα, τα κείμενα της εικοσαετίας 1945-1965 εικονίζουν καθαρά την αλλαγή. Η πεζογραφία του Αντώνη Σαμαράκη και του Βασίλη Βασιλικού, το Πέρα από το ανθρώπινο του Νίκου Αθανασιάδη, Το Φράγμα του Σπύρου Πλασκοβίτη, η Πολιορκία του Αλέξανδρου Κοτζιά, η έκφραση της ανθρωπιάς, της κατανόησης του ανθρώπου στην επικοινωνία του με τον πλαϊνό του, την οποία μας δίνουν η Γαλάτεια Σαράντη, και ο Δημήτρης Χατζής, τα κοινωνιστικά, τέλος, μυθιστορήματα του Κώστα Κοτζιά, είναι βέβαιο πως δεν θα μπορούσαν να παρουσιασθούν πριν από το 1945. Γιατί; Γιατί, στα έργα αυτά διακρίνουμε το διαφορετικό, ό,τι θα ονομάζαμε μεταπολεμικό, αφηγηματικά και πεζογραφικά μορφοποιημένο. Μια ποιοτική διαφορά στην παρουσίαση της ζωής, στις σχέσεις των ανθρώπων, γίνεται εδώ αμέσως αντιληπτή. 
Στη νεοελληνική πεζογραφία της εικοσαετίας 1945-1965 εισάγονται για πρώτη φορά θέματα σύγχρονα, θέματα που προσδιορίζουν και χαρακτηρίζουν βασικά την εποχή όπου ζούμε: τα θέματα της μοναξιάς, της ενοχής, της αποξένωσης, της εξέγερσης, του παράλογου της ζωής. Για τον Σαμαράκη η λογοτεχνία είναι ένα πανίσχυρο όπλο. Η πνευματική εγρήγορση που επιτρέπει γίνεται ένα πανίσχυρο εφόδιο και η κοινωνική της αποστολή μπορεί να γίνει αρωγός στον αγώνα των απλών ανθρώπων ενάντια στην ανελευθερία και στις επιφανειακές σχέσεις.

Ο Σαμαράκης συμπάσχει με την κοινωνία στην οποία ζει, βλέπει τον πόνο και την οδύνη της, σπαράζει από τη βιωμένη ολόγυρά του αδικία, εξεγείρεται και μάχεται να κάνει τον άνθρωπο να δει το τέλμα στο οποίο βρίσκεται. Έτσι το έργο του θα γίνει η επισήμανση της άγρυπνης, ουμανιστικής συνείδησης, μια διαρκώς ογκούμενη διαμαρτυρία σε ένα κόσμο όπου το τέλος της διάψευσης σηματοδοτεί την απαρχή της νέας, ελπιδοφόρας εποχής. Είναι ξεκάθαρο ότι στο αφηγηματικό σύμπαν του Αντώνη Σαμαράκη κυρίαρχοι είναι οι ήρωές του. Άνθρωποι απλοί, απόλυτα αναγνωρίσιμοι από όλους μας. Συχνά βρίσκονται μπροστά στο αναπότρεπτο αδιέξοδο και τότε μεταβάλλονται απροσδόκητα. 

Από την πλευρά του θέματος ο Σαμαράκης έταξε ευθύς εξ αρχής ορισμένους στόχους, και στα είκοσι χρόνια της πεζογραφικής σταδιοδρομίας του δεν απίστησε ποτέ σ’ αυτούς· ίσα-ίσα τους εμπλούτισε, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται σήμερα σαν σταυροφόρος, που έχει πάρει όρκο να χτυπάει μέχρι τελευταίας πνοής του τους μισητούς εχθρούς του ανθρώπου και της ανθρωπιάς. Και είναι οι εχθροί αυτοί ο κάθε πόλεμος, ο πυρηνικός πόλεμος, ο ολοκληρωτισμός, η εκμηδένιση του αδύναμου μοναχικού ατόμου μέσα στους τερατικούς μηχανισμούς της εποχής μας. Από την πλευρά της τεχνικής βασίζεται απαρέγκλιτα σε κάποιο εύρημα ή συρροή ευρημάτων που εντυπωσιάζουν. Από την πλευρά του τρόπου με τον οποίο εκφράζει την αντίθεσή του σε όσα καταγγέλλει, προσφεύγει πάντα στη χειρονομία. Οι ήρωες των διηγημάτων και των μυθιστορημάτων του προβαίνουν σε κάποια χειρονομία: ξεριζώνουν ένα δέντρο, καταστρέφουν μια εφεύρεσή τους, φυγαδεύουν εκείνον που συλλάβανε, σκοτώνουν ένα παιδάκι που παίζει τον πόλεμο κ.ο.κ. Δεν είναι, λοιπόν, άστοχο αν ονομάσουμε τον Σαμαράκη πεζογράφο της κοινωνικής συνείδησης. Υπάρχει ελπίδα και ο συγγραφέας την αναζητά μέσα στην υποκρισία, στη βία, στην εκμετάλλευση, στην άρνηση του ανθρώπου να παραμείνει αδιάφορος απέναντι σε όλα αυτά. Κυρίως όμως υπάρχει μέσα στους νέους, στη νέα γενιά που θα σαρώσει με τη δυναμική της όλα όσα δημιούργησε ο παλαιότερος άνθρωπος. Και για να εκδηλώσει την εξανάστασή του ή για να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου συχνά χρησιμοποιεί την ειρωνεία και το χιούμορ. Όπλα από τα πιο αποτελεσματικά. Ο Σαμαράκης είναι, κατεξοχήν, ο συγγραφέας που έχει αφομοιώσει και εφαρμόσει κατά τον καλύτερο τρόπο την κινηματογραφική τεχνική. Οι ιστορίες του ξετυλίγονται μέσα από οπτικές εικόνες και ο πεζός λόγος συλλαμβάνεται ως μια σειρά από λήψεις, πλάνα, επεισόδια, όπου με επιδεξιότητα ελέγχονται το μοντάζ και ο χρόνος. 
Για έναν πεζογράφο, όμως, όπως ο Σαμαράκης, στον οποίο υπάρχει τόσο έντονο το αίσθημα της κοινωνικής συμμετοχής και της ευθύνης για τη  διαμόρφωση της σύγχρονής του ζωής, δεν θα ήταν άσκοπο να έχουμε πάντοτε κατά νου τα ιστορικά γεγονότα που εξελίσσονται στην Ελλάδα, αλλά και στον διεθνή χώρο, από το 1939 (ο Σαμαράκης συμπληρώνει τη χρονιά αυτή τα 20 χρόνια του) έως το 1954, που τυπώνει το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο και κάνει την επίσημη εμφάνισή του στη λογοτεχνία. Θα πρέπει να υποθέσουμε πως όλα τούτα τα χρόνια διαποτίζεται από τις συνέπειες των γεγονότων και διαμορφώνει τη βιοθεωρία του, που δεν μπορεί πλέον να εκφραστεί μέσα από συμβατικούς στίχους που βρίσκονται σε δυσαρμονία με το κλίμα του παραλογισμού των μεταπολεμικών χρόνων. Έτσι, οι άξονες γύρω από τους οποίους θα ξετυλίξει τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του είναι διαμετρικώς αντίθετοι από τη θεματολογία των ποιημάτων του: Η ανθρωπότητα, καθώς βγαίνει ρημαγμένη από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο· η εύθραυστη και συνεχώς απειλούμενη ειρήνη· ο φόβος μιας νέας, καταστροφικότερης σύρραξης· η αφύπνιση, αλλά και ο εφησυχασμός πολλών συνειδήσεων μπροστά στα προβλήματα της κοινωνικής ζωής· η κρατική εξουσία και οι σχέσεις της με τους πολίτες· η διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η κατανόηση του ανθρώπινου πόνου, μέσα στις αντιφάσεις της σύγχρονης ζωής. 
Οι μοναχικοί άνθρωποι του κόσμου του Σαμαράκη προσπαθούν να δώσουν λύσεις ουσιαστικές (εξ ου και «χειρονομίες» ουσίας). Όταν όμως το αδιέξοδο (κοινωνικό, ψυχικό, ηθικό) είναι αδιαπέραστο, καταφεύγουν σε κάποια συμβολική «χειρονομία», λυτρωτική. Με τη συμβολική αυτή «χειρονομία» δεν υπερβαίνονται, φυσικά, τα αδιέξοδα, υποδηλώνεται ωστόσο με ενάργεια σε ποια εγρήγορση βρίσκεται η ηθική συνείδηση. Ο δημόσιος υπάλληλος, όταν πυροβολεί τον τοίχο, που σκοτώνει την όποια απόμεινε υγεία του άρρωστου νεαρού ατόμου, δε δίνει λύση, γιατί, βέβαια, οι τοίχοι δε σκοτώνονται. Ο άλλος δημόσιος υπάλληλος, που οι ψυχικές του αναστολές τον εμποδίζουν να πλησιάσει τους ανθρώπους, όταν ανοίγει την καρδιά του στον χιονάνθρωπο, είναι αυτονόητο ότι δεν αίρει πραγματικά το πρόβλημά του. Ο άνθρωπος που ξεριζώνει το δέντρο του, για να επαναπροσδιορίσει με τον τρόπο αυτό την ψυχική και ηθική του στάση απέναντι στο συγκλονιστικό γεγονός της Χιροσίμα, δεν αποτρέπει τις συνέπειες — τα γινόμενα ουκ απογίνονται. Με τη συμβολική, όμως, άρση των αδιεξόδων ακυρώνεται το όποιο ενδεχόμενο ηθικής αναξιότητας. Η πράξη καθίσταται ηθικό γεγονός από τη στιγμή που την πορεία της ορίζουν κρίσεις αξιολογικές, γιατί πάνω εκεί δοκιμάζεται η αντοχή του μοναχικού ανθρώπου. Με δεδομένο ότι από την πεζογραφία του Αντώνη Σαμαράκη απουσιάζουν οι επικές σελίδες, κατανοούμε και γιατί απουσιάζουν οι «χειρονομίες» ομάδων. Κατά βάση η «χειρονομία» είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί τον ήρωα από το μέσο άνθρωπο της κοινωνίας. Από και διά της «χειρονομίας» ο άνθρωπος αυτός παύει να είναι ο μέσος, κανονικός, καθημερινός άνθρωπος, που μέχρι τώρα βίωνε μια ζωή «εντελώς ευθεία».
Ο άνθρωπος του Σαμαράκη αγωνίζεται για την ελευθερία του, προσπαθώντας με κάθε τρόπο (με τη φιλία, τον έρωτα, την αγάπη, την πίστη) να διατηρήσει τη διανοητική ισορροπία κα την ηθική ακεραιότητά του. Παράλληλα, πίσω από το κατακερματισμένο κοινωνικό σκηνικό, οι χαρακτήρες του διατηρούν μια εσωτερική πληρότητα, μια αίσθηση εσωτερικής αυτάρκειας, που αγωνίζεται μόνη —και για τούτο αδέσμευτη— εναντίον των κοινωνικών συμβάσεων και γενικότερα εναντίον του ανθρώπινου παραλογισμού.
Ζητείται ελπίς. Απεγνωσμένα. Και όποιος τη βρει, ας τη διοχετεύσει και στους υπόλοιπους. Ο Αντώνης Σαμαράκης, πάντως, αναζητούσε την ελπίδα από το 1954, οπότε και η συλλογή διηγημάτων του αυτοεκδόθηκε. Αποτελείται από 12 ιστορίες, οι περισσότερες των οποίων διακρίνονται από τέτοια εσωτερική ένταση, που φτάνουν στο βαθμό της συγκίνησης και της ψυχικής έκρηξης. Σαν να φωνάζει από μακριά μια φωνή: "Πού είναι η ελπίδα; Απαιτούμε δικαίωμα στην ελπίδα!" Τόπος εξέλιξης: η πόλη, το χωριό, ποτάμια, αυλές, σιδηροδρομικές γραμμές, στρατόπεδα. Ιστορίες διαφορετικές μα με έναν κοινό άξονα: το σπαραγμό για τη δικαίωση που δεν ήρθε ή για τη δικαίωση που όλοι εύχονται να έρθει.


Ιστορία πρώτη - Ξανθός ιππότης
 Ήρωας ένας δημόσιος υπάλληλος που έχει βαρεθεί από τη μονοτονία της ρουτίνας και έχει συμβιβαστεί με μια ανούσια καθημερινή ζωή, μέχρι που ανακαλύπτει τον κόσμο των παιδιών (ξανά). Αιτία το ομότιτλο περιοδικό, "Ο κόσμος των παιδιών", που βρίσκει μια μέρα σε μια άδεια θέση λεωφορείου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ο ήρωας αλλάζει. Ο χαρακτήρας του μεταστρέφεται ή καλύτερα ανανεώνεται. Επιμελείται και πάλι τον εαυτό του, εργάζεται με κέφι και γεμίζει ευγένεια. Η υπενθύμιση ότι κάπου μέσα μας υπάρχει το παλιό παιδί που αφήσαμε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, χτύπησε την πόρτα του ήρωα, κάνοντάς τον μάλιστα να στείλει και ο ίδιος στο περιοδικό ένα πεζοτράγουδο που είχε γράψει με το ψευδώνυμο "ο ξανθός ιππότης". Το ευαίσθητο πρόσωπο του συγγραφέα απέναντι στην παιδική ηλικία και αθωότητα φαίνεται ολοκάθαρα. Θα λέγαμε ότι αγγίζει τον παιδικό νου με περισσό λογοτεχνικό σεβασμό και με μια καρδιά που σπαρταρά ακόμη. 

Ιστορία δεύτερη - Η σαρξ
 Ήρωας ένας ιερέας μια βροχερή μέρα. Η συνοικία, όπου λειτουργούσε, φτωχική. Οι άνθρωποι φαινομενικά καλοκάγαθοι, ουσιαστικά συμφεροντολόγοι. Η ένταση ξεκινά και παράλληλα η πλοκή εστιάζει σε έναν ετοιμοθάνατο άνδρα, στον οποίο τρέχει ο εφημέριος τελευταία στιγμή, για να τον κοινωνήσει. Ο Σαμαράκης με άψογο χειρισμό του λόγου και με μία αριστοτεχνική περιγραφή της γύρω ατμόσφαιρας καταφέρνει να μεταδώσει ακόμη και το πιο δευτερεύον συναίσθημα στον αναγνώστη, ξυπνώντας του κάθε ένστικτο στοργής και συγκίνησης. Ο άνθρωπος πεθαίνει από την ασιτία. Ο παππάς με τη θεία Κοινωνία που του προσφέρει, τον εξαγνίζει από τις αμαρτίες, αλλά και από την πείνα, καθώς ο ασθενής ζητά συνεχώς κι άλλη μια κουταλιά της Μεταλαβιάς. Η σαρξ και η ψυχή του παλεύουν για το ποια απ' τις δύο θα σωθεί (πρώτη). Επίγεια κόλαση και μεταθανάτιος παράδεισος διεκδικούν την εξασθενημένη σάρκα που οι συνθήκες της εποχής διαμόρφωσαν. "Κι άλλο", "κι άλλο", φωνάζει επιτακτικά ο ετοιμοθάνατος στον ιερέα και εν τέλει δεν γνωρίζει κανείς τι πεινά περισσότερο: το σώμα που στερείται ή μια αιχμαλωτισμένη σ' εκείνο ψυχή που το εγκαταλείπει; Σήμερα; Τι πεινά περισσότερο;

Ιστορία τρίτη - Το ποτάμι
 Την ιστορία αυτή θα τη διαβάσω κατόπιν , φίλες και φίλοι.

Ιστορία τέταρτη - Ο τοίχος
 Ήρωας της ιστορίας ένας δημόσιος υπάλληλος. (Στις περισσότερες ιστορίες του, ο συγγραφέας αρέσκεται στο να τοποθετεί ως κεντρικό του χαρακτήρα δημόσιο υπάλληλο, αφού και ο ίδιος είχε υπηρετήσει για πολλά χρόνια στο Υπουργείο Εργασίας.) Ο υπάλληλος αυτός είναι γείτονας με ένα άρρωστο παιδί και τη χήρα μητέρα του, στο οποίο οι γιατροί έχουν συστήσει καθαρό αέρα και ηρεμία, προς φύλαξη της υγείας του και του ψυχικού του κόσμου. Η γειτονιά διαβίωσης είναι βρόμικη και μελαγχολική. Όταν όμως η διπλανή πολυκατοικία γκρεμίζεται, ορθώνεται ένας μεγάλος  τοίχος από το νέο ιδιοκτήτη, που σκοπό του έχει να χτίσει ένα πανύψηλο και μεγάλο οικοδόμημα. Το φως λιγοστεύει και μαζί μ' αυτό και η ελπίδα να γίνει το παιδί καλά. Η όραση περιορίζεται, όπως και οι στιγμές απόδρασης απ΄ την πραγματικότητα. Σε τι μπορεί να βοηθήσει ένας τσιμεντένιος τοίχος; Περιθωριοποίηση λόγω αστικοποίησης, μοναξιά, μελαγχολία και άθλιες συνθήκες διαβίωσης κρατούν τον πρώτο ρόλο ως αφανείς πρωταγωνιστές σε αυτό το μικρό διήγημα του Σαμαράκη, στο οποίο για ακόμη μία φορά φαίνεται η μεγάλη του έγνοια για τα παιδιά. 

Ιστορία πέμπτη - Σ' ένα συνοριακό σταθμό
 Το μικρό αυτό διήγημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως "Ζητείται ελπίς Νο2", διότι έχει να κάνει με ένα λαθρεπιβάτη που ελπίζει απεγνωσμένα σε ένα καλύτερο αύριο. Στην αρχή πιστεύει πως μόνο αν εγκαταλείψει τον τόπο του, θα προκόψει στη ζωή του. Φόβος τον έχει κατακλύσει. Η φυγή τον έχει κυριεύσει. Ακόμη ένα σημείο που ο συγγραφέας καταφέρνει να ταυτίσει τη συγκίνηση με την παρακίνηση: Από τη μία, λυπάται που κάνει το βήμα και φεύγει κυνηγημένος από μια χώρα που τον έβλεπε από τη γέννησή του εχθρικά και από την άλλη, σ' αυτή του την κίνηση ωθείται από την κατάσταση, αναγκάζεται από τις συνθήκες. Καρδιά και μυαλό, κοινωνικό και πολιτικό διήγημα δίνουν τα χέρια μεταξύ τους. Η σύγκριση με την υπάρχουσα κατάσταση στην Ελλάδα μοιάζει αναπόφευκτη: " Η ζωή έχει ξεφύγει από τα χέρια μου. Αλλιώς ξεκίνησα κι αλλιώς έφτασα ως εδώ. Είχα όνειρα κάποτε, πριν από χρόνια, σαν ήμουνα παιδί, νέος. Όνειρα για μια ζωή όμορφη, χωρίς συμβιβασμούς. Μα δεν τα κατάφερα να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Το γιατί είναι άλλη ιστορία ", μας λέει ο φοβισμένος και απελπισμένος επιβάτης. Στο σταυροδρόμι των συνόρων, εκεί που τα όνειρα και η πραγματικότητα συναντιούνται, ο επιβάτης επιλέγει τη σιωπηλή υποταγή, φρονώντας ότι η ατομική του επανάσταση έχει φτάσει πια στα όριά της. Το μεγάλο βήμα δε θα γίνει. Έχει φτάσει κοντά στην πηγή χωρίς να πιει νερό. Το όνειρο πατά στα σύννεφα και εξαϋλώνεται, οδεύοντας να βρει κι άλλους συντρόφους του από χιλιάδες κόσμου που έμειναν και μένουν στο "κι αν...". Σε μια υπόθεση χωρίς απόδοση για να μιλήσουμε με φιλολογικούς όρους.

Ιστορία έκτη - Ο ήλιος έκαιγε πολύ
 Η εν λόγω ιστορία αποτελεί τρανό παράδειγμα του ύφους της κοινωνικής
 καταγγελίας και των προσωπικών ανησυχιών του συγγραφέα. Έχοντας περάσει δύσκολα χρόνια με παγκόσμιο και εμφύλιο πόλεμο, έχοντας ο ίδιος συλληφθεί από τους ναζιστές την περίοδο της Κατοχής και έχοντας φτάσει ένα βήμα πριν τον θανατώσουν, γνωρίζει πολύ καλά να εκτιμά τη ζωή και να είναι ικανοποιημένος ακόμη και με τα λίγα. Έζησε σε εποχές που τα εργασιακά δικαιώματα έτρεμαν πάνω σε ένα σαθρό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο. Στο παρόν διήγημα ο ήρωας, ένας φτωχός πλην τίμιος άνεργος, που έχει επιζήσει από την Κατοχή και πλέον έχει ξεραθεί το στόμα του από την πείνα, επισκέπτεται ένα γραφείο εισαγωγών - εξαγωγών, για να αιτηθεί μια θέση στην εταιρία. Βάζει, λοιπόν, τα καλά του ρούχα, ξυρίζεται και κινεί για το γραφείο. Η αδιάφορη γραμματέας που επιδεικτικά τον αγνοεί, καθώς πνίγεται στη δουλειά, ειδοποιεί τον φουκαρά άνεργο υποψήφιο (ή υποψήφιο άνεργο, ό,τι προτιμάτε) πως η θέση δεν είναι πλέον διαθέσιμη. Η απογοήτευση φανερή. Η συγκρατημένη αισιοδοξία μετατρέπεται μεμιάς σε ασυγκράτητη απελπισία. Ο ήρωας φεύγει. Χαρακτηριστικό, εξάλλου, είναι το γεγονός ότι ο άνεργος άνδρας στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του,  με το που βλέπει το φρεσκοξυρισμένο πρόσωπό του στον καθρέφτη ενός μαγαζιού, ξεσπά σε γέλιο, ένα γέλιο αλληγορικό, γέλιο τρανταχτό στα σωθικά του, γέλιο ως μοναδική αντίδραση της στιγμής.  Μόνο μέσω αυτού θα μπορούσε να ξεσπάσει. Άλλη μια ευκαιρία χάθηκε, άλλη μια φορά ηττήθηκε. 

Ιστορία έβδομη - Μια νύχτα...
 Το πιο εσωτερικό από όλα τα διηγήματα της συλλογής. Μιλάει για τη μοναξιά και ουσιαστικά αποτελεί μια εξομολόγηση της μοναχικότητας από τον ήρωα προς τον αναγνώστη. Η αδήριτη ανάγκη έκφρασης και επικοινωνίας με το συνάνθρωπο και η απεγνωσμένη προσπάθεια εύρεσης του (εξιδανικευμένου για τους τελειομανείς) έτερου ήμισυ αποτελούν τους άξονες της συγκινητικής αυτής μικρής ιστορίας. Η εργασία αποτελεί μέρος της ρουτίνας. Ο εργαζόμενος ξεχνά να ζήσει. Δεν μπορεί να θυμηθεί ότι ζει. Και όντας μόνος οι ανησυχίες του γίνονται ακόμη εντονότερες. " Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών μας δεν ήτανε τόσο κοντά η μία στην άλλη όσο είναι σήμερα, κι όμως ποτέ άλλοτε οι καρδιές μας δεν ήτανε τόσο μακριά η μία από την άλλη όσο είναι σήμερα ", μας λέει ο συγγραφέας διά σκέψεων του ήρωά του. Η μοναξιά είναι, κατ' αυτόν, πλέον, η μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου της μεγαλούπολης, ο οποίος απορροφάται από το
10


χαλασμό του πλήθους, από την ημιμάθεια της πλειοψηφίας. Στο διήγημα ο συγγραφέας ψιθυρίζει στον αναγνώστη: "Σώπασε. Δεν είσαι μόνος σου. Νιώθουν κι άλλοι σαν εσένα, όπως ελπίζουν κι άλλοι, αν όχι και περισσότερο, όπως εσύ."

Ιστορία όγδοη - Το ποδήλατο
 Η εναλλαγή των συναισθημάτων είναι ολόκληρη η ουσία της ζωής μας. Από τη χαρά στη λύπη. Από τη λύπη στο θυμό, από το θυμό στην ανακούφιση, από την ανακούφιση στην αγάπη, από την αγάπη στο μίσος και ούτω καθ' εξής. Η τύχη αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα ύπαρξής μας σ' αυτό τον τόπο. Τούτο το τελευταίο είναι το κεντρικό νόημα της παρούσας ιστορίας, που για θέμα της έχει την ανείπωτη ευτυχία ενός φτωχού και ορφανού από πατέρα παιδιού, που καταφέρνει μετά πολλών κόπων και βασάνων να αγοράσει ένα ποδήλατο. Ένα τόσο μικρό όνειρο ζωής, μα συνάμα και τόσο μεγάλο. Κάποια μάτια αρκεί να δουν ένα πρόσωπο και λάμπουν. Για κάποια άλλα, όμως, δεν φτάνει ολόκληρος ο ουρανός. Ο Σαμαράκης μάς διδάσκει ότι η ευτυχία βρίσκεται ακόμη και στα πιο ασήμαντα πράγματα της ζωής ή σε ανθρώπους που έχουμε δίπλα μας, όπως στα μάτια της χαρούμενης οικογένειάς μας ή ακόμη και σε ένα καινούριο ποδήλατο. Εξ αντιδιαστολής μήνυμα του κειμένου δεν μπορεί να είναι άλλο παρά το γεγονός ότι η σύγχρονη κοινωνία του υπερκαταναλωτισμού έχει ισοπεδώσει τα κίνητρα της προσωπικής μας ευτυχίας. Μιας ευτυχίας που υπάρχει ανά πάσα στιγμή δίπλα μας, αλλά δεν την εκτιμούμε. Δεν κοπιάζουμε για αυτή. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τους περισσότερους από μας, ο ήρωας λατρεύει από την πρώτη στιγμή το ποδήλατό του και το βλέπει σαν ανεκτίμητο θησαυρό. Ποιος είπε, όμως, ότι η μοίρα χαρίζεται στους αιώνια ή και στους στιγμιαία ευτυχισμένους;

Ιστορία ένατη - ...Και ώραν 7.15 μ.μ.
 Υποκρισία και εκμετάλλευση του ένδοξου παρελθόντος πρωτοστατούν σ' αυτό το φορτισμένο πολιτικό διήγημα του συγγραφέα. Ο ήρωας έχει προσκληθεί να μιλήσει σε μια εκδήλωση του Δήμου προς τιμήν των πεσόντων της Κατοχής. Ο ομιλητής, ενώ ξεκινά να διαβάζει τον ετοιμασμένο λόγο του στο βάθρο, ξαφνικά βλέπει τα αθώα μάτια ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού και συνειδητοποιεί ότι αυτά που ακούγονται και θα ακουστούν δεν είναι τίποτε άλλο παρά υποκρισίες και εθνικιστικοί κομπασμοί για ένα μεν πανάξιο παρελθόν, αλλά με λιγότερο άξιους συνεχιστές στο παρόν. Τετριμμένα λόγια που ακούγονται σχεδόν ίδια κάθε φορά σε παρόμοια πολιτιστική εκδήλωση. Όμως, πόσα από αυτά εννοούνται και πόσα αυτά στέκουν; Κάποτε κερδήθηκε η ελευθερία μας, αλλά κανείς δεν εξασφάλισε το μέλλον μας. Το παρόν μας παρασιτεί πάνω σε μία συνεχιζόμενη βουλημική φιέστα παρελθοντικών κατορθωμάτων. Το τέλος του διηγήματος είναι καθηλωτικό, με έναν ήρωα να φτάνει στα άκρα των ατομικών του αντοχών και των ηθικών του τύψεων.

Ιστορία δέκατη - Το σπίτι
 Μπορούν τα πράγματα να γίνουν αντικείμενα αγάπης; Μόνο αν συνοδεύονται από αναμνήσεις. Αυτός είναι ο πυρήνας της ιστορίας αυτής του συγγραφέα. Το πατρικό σπίτι του ήρωα, που είχε πουληθεί σε τρίτους, φτάνει επιτέλους ο καιρός να περάσει στα χέρια του. Η ατμόσφαιρα, οι μνήμες από τα παλιά, τα παιδικά χρόνια και οι ήχοι της γειτονιάς κάνουν τον αναγνώστη να πιάνει λίγη από τη σκόνη του σκεπασμένου με ένα σεντόνι πιάνου, να θυμηθεί κάποιους από τους στίχους της "Σονάτας του Σεληνόφωτος" του Ρίτσου και να αναπολήσει το αδίστακτο παρελθόν που φεύγει ανεπιστρεπτί. Όμως, τα χνάρια που αφήνει πίσω του είναι τόσο έντονα και παρηγορητικά, που υποκαθιστούν έστω και απατηλά την απουσία στιγμών, την απουσία ανθρώπων, την απουσία συναισθημάτων. Ο συγγραφέας υπήρξε σίγουρα ένα από τα παιδιά της γειτονιάς που έπαιζαν στις αλάνες κρυφτό και γρατζουνούσαν τα γόνατά τους στο κυνηγητό απ' τα πεσίματα. Μήπως όμως ήταν ο μοναδικός; Ο Σαμαράκης κλείνει το μάτι σε ένα παρελθόν που τείνει να ξεχαστεί και να αντικατασταθεί από τα καλώδια και τα γραφικά οθονών τελευταίας τεχνολογίας. Μπορεί κανείς, εντούτοις, να ξεχάσει το πρώτο χάδι καθησυχασμού του πατέρα του, όταν έκλαιγε στην πρώτη του πληγή; Μπορεί κανείς να εξορίσει τις γιορτινές μυρουδιές του καλοψημένου φαγητού της γιαγιάς του τα Χριστούγεννα και το Πάσχα; Αν όχι, τότε ο Σαμαράκης πέτυχε το στόχο του: να μας υπενθυμίζει συνεχώς ότι όλοι μας παραμένουμε μεγάλα παιδιά, έχοντας βρει κάπου τυχαία το πρώτο παιχνίδι που μας έκαναν δώρο οι γονείς μας. Το "σπίτι" αποτελεί αφορμή για μια εσωτερική ενδοσκόπηση, αλλά παράλληλα και έναυσμα, για να γεμίσουμε με έμπνευση την υπόλοιπη ζωή μας.

Ιστορία ενδέκατη - Πολεμική ιστορία
 Τα αθώα θύματα του πολέμου είναι όλοι. Πολίτες και στρατιώτες. Ο πόλεμος αποτελεί καθαρά πολιτική έκφανση στρατηγικών (επεκτατικών) σχεδίων. Όμως τα περισσότερο αθώα θύματα είναι οι απόγονοι που δεν πρόλαβαν να γίνουν άνθρωποι: τα ίδια τα παιδιά. Τα παιδιά, που έχουν ένα κοντό μα και κοντινό παρελθόν, ένα σαθρό παρόν και ένα αβέβαιο μέλλον σε καιρό πολέμου. Στην ιστορία μας ένας στρατιώτης σώζει ένα παιδί, το οποίο βρίσκεται μέσα στο πεδίο βολής των δύο αντίπαλων στρατευμάτων. Τα κίνητρα ίσως δεν είναι και τόσο αγαθά, καθώς από τη σκέψη του στρατιώτη περνά αμέσως η παρασημοφόρησή του με μετάλλιο ανδρείας. Αφού μεταφέρει το παιδί σε ένα δωμάτιο σπιτιού, το αφήνει να ξεκουραστεί και στη συνέχεια το βλέπει να παίζει. Το παιχνίδι του δεν διαφέρει πολύ απ' την πραγματικότητα. Παίζει κι εκείνο πόλεμο. Νέοι βομβαρδισμοί ακούγονται και μόλις ο στρατιώτης βγαίνει έξω να δει τι συμβαίνει, τον ενημερώνουν ότι πρέπει να απομακρυνθεί, γιατί το κτήριο από λεπτό σε λεπτό θα γίνει στόχος επίθεσης και θα τιναχθεί στον αέρα. Ο στρατιώτης δεν προβαίνει στην απόλυτη θυσία. Δεν τρέχει για το παιδί. Ίσα που προλαβαίνει να σωθεί ο ίδιος. Φεύγει και αφήνει το παιδί πίσω μόνο του. Να παίζει∙ πόλεμο. Αυτό που κατάφερε τελικά ήταν να του δώσει μια παράταση ζωής.


Ιστορία δωδέκατη - Ζητείται ελπίς
 Πρόκειται για την αριστουργηματική κορωνίδα της συλλογής. Ο Σαμαράκης δίνει ρεσιτάλ επίκλησης στο συναίσθημα, αποδεικνύει το τεράστιο λογοτεχνικό του εκτόπισμα και συνοψίζει σε ένα άκρως συγκινητικό διήγημα την κοινωνική δυστυχία, τον πόλεμο, την μεταπολεμική ελπίδα και τη συνακόλουθη απογοήτευση, την κρίση αξιών. Η ιστορία αυτή είναι γεμάτη από αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο Σαμαράκης έχει συμμετάσχει στον πόλεμο, τον έχει ζήσει, έχει σωθεί τελευταία στιγμή απ' το εκτελεστικό απόσπασμα. Έχει ζήσει την εξαθλίωση του τόπου, την οικονομική ύφεση και την ηθική κρίση των πολιτών του. Ο ήρωας, λοιπόν, υπήρξε στρατιώτης και συγγραφέας. Μια μέρα σε ένα καφενείο αρχίζει να ξεφυλλίζει τις εφημερίδες βλέποντας τα νέα και παρατηρώντας τη γέννηση κι άλλων πολέμων να ξεπηδά από τα πρωτοσέλιδά τους. Μέσα στην απογοήτευση αναρωτιέται για ποιο λόγο πολεμούσε όλο αυτόν τον καιρό. Πολεμούσε για ένα καλύτερο αύριο... Όταν, όμως, αυτό το αύριο έγινε χθες και πάλι τίποτα δεν είχε κατορθωθεί. Πάλι πόλεμοι, πάλι υποκριτικές εξαγγελίες. Τα ίδια και τα ίδια. Μόχθησε για το κάτι και κατάφερε το τίποτα. Μέχρι που, βλέποντας πώς εξελίχθηκε η  υπάρχουσα κατάσταση αποφάσισε να μην ελπίζει τίποτα πια, διότι δεν θα είχε άλλα ψυχικά αποθέματα. Σε μια θεσπέσια περιγραφή γράφει ότι " του φάνηκε φοβερό που ήτανε χωρίς ελπίδα. Είχε τ ην αίσθηση πως οι άλλοι στο καφενείο τον κοιτάζανε κι άλλοι από το δρόμο σκέφτονταν και ψιθυρίζανε μεταξύ τους: "Αυτός εκεί δεν έχει ελπίδα! ". Σα να ήταν έγκλημα αυτό. Σα να είχε ένα σημάδι πάνω του που το μαρτυρούσε. Σα να ήτανε γυμνός ανάμεσα σε ντυμένου ς. " Ο Σαμαράκης περιγράφει με έναν εντυπωσιακά αριστοτεχνικό τρόπο την πλήρη εσωτερική απογύμνωση. Δεν μπορεί άλλο να μείνει σιωπηλός και να μη βροντοφωνάξει ότι ζητείται ελπίς. 

Ο Αντώνης Σαμαράκης έγραψε αυτή τη συλλογή το 1954 και την εξέδωσε μόνος του, καθώς κανείς εκδότης δεν την ενέκρινε αρχικά. Ίσως επειδή θεώρησαν οτι δεν θα πουλούσε αρκετά. Η συλλογή έχει ανατυπωθεί 92 φορές και τα διαχρονικά της μηνύματα προκαλούν ένα ανατριχιαστικό, αναπόφευκτο δέος σε μια εποχή όπως η δική μας και σε μια χώρα όπως η δική μας.
Πριν αναγνώσω «το ποτάμι» θέλω κι εγώ να βροντοφωνάξω σήμερα: Αν ζητείται ακόμη ελπίς, πρέπει να ζητηθεί μέσα από ανθρώπινες σχέσεις εμπιστοσύνης και δικαιοσύνης. Σε μια καθημερινότητα βασισμένη στην ανακούφιση των διπλανών μας. Στην επαναφορά της πίστης στη φιλία, στην οικογένεια, στην ανθρωπιστική εκπαίδευση, στην αγαστή συνεργασία για το κοινό καλό, στον εθελοντισμό, στην αφοσίωσή μας στις ψυχικές και συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών. Στην υπογράμμιση ότι μόνο μέσα σε ένα κλίμα ειρήνης και συνεργασίας μπορεί να εξασφαλιστεί η επιβίωσή μας αφενός και η ευημερία, όποιας μορφής αφετέρου. Ανάγνωση του διηγήματος «το ποτάμι»